Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

Συγγραφικές υπογραφές, σώβρακα και φανέλες


Στην Ελλάδα, έχουμε λίγο - πολύ συνηθίσει να αντιμετωπίζουμε τα πάντα με ποδοσφαιρικούς όρους, κάτι που κατά τον Βασίλη Ραφαηλίδη (του οποίου ο πολιτικός λόγος είναι αβάσταχτα απών σήμερα) αποτελούσε - και εξακολουθεί να αποτελεί, λέω εγώ - το πλέον εμβληματικό παράδειγμα της παρακμής αυτής της χώρας που συγκροτήθηκε ατάκτως και έμαθε πρώτα να αναστενάζει ("στα γήπεδα" βεβαίως) και μετά να συλλαβίζει. Ο χώρος του γηπέδου θα παραμένει το σημείο G της κοινωνικής εκτόνωσης, και αυτό το έχουν αναλύσει τόσοι σπουδαίοι που εγώ, όσο και να σφιχτώ δεν θα έχω κάτι να προσθέσω παρά μόνο τη φτηνιάρικη σεξουαλική παρομοίωση που μόλις διαβάσατε (συγχωρέστε με, είμαι ακόμη στο πρώτο καφέ). Αυτό που πάντα θα με εντυπωσιάζει όμως είναι η ευκολία με την οποία οι προασπιστές των "γραμμάτων" είναι έτοιμοι να υποβιβάσουν τις υπογραφές τους σε σώβρακα και φανέλες (ή να τις προαγάγουν - αναλόγως με την εκτίμηση που έχετε απέναντι τους).

Απεχθάνομαι τον γηπεδικό χουλιγκανισμό με τo ίδιο μένος που απεχθάνομαι τον πολιτικό. Από μικρός θεωρούσα το γηπεδικό οπαδιλίκι υποτιμητικό για τον οποιοδήποτε, και αναλόγως έκρινα και το κομματικό: με έπιανε κατάθλιψη με αυτό που αποκαλούμε "κομματικές νεολαίες". Σκεφτόμουν πως η συμμετοχή σ' αυτές οδηγούσε απ' ευθείας στη συντήρηση. Σήμερα, ως νεολαίος 36 ετών, τα ίδια σκέφτομαι και κουβαλώ, κι ας πικάρω ενίοτε τους γάβρους κολλητούς μου με χοντρά αστειάκια, από αυτά που οι φίλοι συνηθίζουν (στο ιδανικό σινεφιλικό σύμπαν μου, "γάβρους" θα αποκαλούσαν μόνο τους οπαδούς του Κώστα Γαβρά). Για μένα, καλλιτέχνης και πολιτικός ειναι σχέση διαστροφική - εκτός κι αν φέρεσαι ως καλλιτέχνης και στην πολιτική. Εδώ πλέον συμβαίνει το αντίστροφο!

Γιατί μονάχα στη θλιβερή Ελλάδα θα μπορούσαν αυτά τα δυο (η κομματική υποταγή και η γηπεδική αλητεία) να φωλιάσουν στο συγγραφικό κόσμο, επωαζόμενα μεν στην αρένα του facebook (που οι Έλληνες συγγραφείς, αποδεδειγμένα πλέον, αδυνατούν να χειριστούν) αλλά και ουσιαστικά αποδεικτικά στοιχεία μιας πρωτοφανούς ελλείψεως γνήσιας ευαισθησίας (καλλιτεχνικής ή προσωπικής, ελάχιστη σημασία έχει πλέον) που σε οδηγεί στην τελική θλιβερή διαπίστωση: Δεν έχουμε μόνο τους πολιτικούς που μας αξίζουν, αλλά και τους συγγραφείς - πολιτικούς που μας αξίζουν - κατηγορία που σου προκαλεί κατάθλιψη έτσι που τους βλέπεις να χυδαιολογούν - μα και να βιαιοπραγούν! - με αυτοσυγκράτηση και ευαισθησία γνήσιου νεοέλληνα κάφρου.

(Φυσικά, αυτοί που εξακολουθούν να σέβονται και το έργο τους, αλλά και τη ζωή τους, είτε "εκτιθέμενοι" στο fb, είτε όχι, αποτελούν τις εξαιρέσεις. Τους γνωρίζω, τους γνωρίζετε. Και πριν τ΄ακούσω, να προσθέσω πως, βεβαίως, έχουμε και τους κριτικούς που μας αξίζουν, αλλά αυτό αφορά κάποιο άλλο μελλοντικό κείμενο).

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2012

Ιnsidious (2010) ( * * * )



Η πρώτη ταινία τρόμου που είδα ήταν ο «Αόρατος Άνθρωπος» του Τζέιμς Γουέιλ. Μια Παρασκευή, νομίζω, στην κινηματογραφική λέσχη του Γιάννη Μπακογιαννόπουλου στην ΕΡΤ. Πολύ μικρός. Περίπου έξι ετών. Θυμάμαι επίσης ότι την είδα μισή. Δεν αναφέρομαι όμως στη διάρκεια – αναφέρομαι στο κάδρο. Έτσι όπως είχα στριμωχτεί πίσω από μια πόρτα, έβλεπα μόνο το μισό και ξεμυτούσα όσο χρειαζόταν για να μπορέσω να παρακολουθώ ένα μέρος από τα τεκταινόμενα. Φυσικά, όποτε εμφανιζόταν κάποιο χοροπηδηχτό αδειανό πουκάμισο, κρυβόμουν αμέσως πίσω της και περίμενα να κοπάσει ο θόρυβος – που και που τολμούσα να κοιτάξω κατάματα την τηλεόραση αλλά αυτό δεν κρατούσε περισσότερο από κλάσματα του δευτερολέπτου. Νομίζω πως η προβολή αυτή όρισε, κατά κάποιο τρόπο τη ζωή μου. Το γιατί, θα μου το εξηγούσε σε μια του δήλωση, ένας υπέροχος Ιταλός σχιζοφρενής: «Δεν υπάρχει πιο ανακουφιστικό συναίσθημα από αυτό του τρόμου στο σινεμά. Η καλύτερη μου ευχή, είναι να το αισθανθείτε χίλιες φορές!».

Δεν είναι δικό μου αυτό, το έλεγε ο Λούτσιο Φούλτσι και είχε απόλυτο δίκιο: υπάρχει μια σιωπηλή συμφωνία ανάμεσα στον θεατή και τον σκηνοθέτη κάθε «ταγμένης» ταινίας (κι όταν λέω «ταγμένη» εννοώ αυτήν που υπηρετεί με καθαρότητα ένα συγκεκριμένο φιλμικό είδος). Ο θεατής των ταινιών τρόμου ή, αν προτιμάτε, του Φανταστικού, αποτελεί και μια ξεχωριστή κατηγορία, για πολλούς λόγους. Ο βασικότερος: είναι πρόθυμος να αγνοήσει κάθε défaut τους, αρκεί αυτές να τον τρομάξουν. Εκεί που το κοινό των Φεστιβάλ, ας πούμε, αναζητά το μοναδικό ελάττωμα μιας ταινίας για να μπορέσει να την κράξει, οι φίλου του Φανταστικού, αναζητούν το μοναδικό της προτέρημα για να την αποθεώσουν.

Το Insidious του Τζέιμς Γουάν ξεκινάει με τσιρίδες εγχόρδων από τα ζενερίκ (που είναι πάρα πολύ απλά: εμφανίζεται μονάχα ο τίτλος και αυτό είναι όλο) και ο λόγος είναι απλούστατος. Με αυτό τον τρόπο κλείνει εξ αρχής το μάτι στον θεατή προετοιμάζοντας τον για τα πολλαπλά σοκ που θα ακολουθήσουν. Δεν παριστάνει δηλαδή τίποτα περισσότερο από αυτό που είναι: ένα thrill ride, μια καλοκουρδισμένη μηχανή με σκοπό να προσφέρει απλόχερα ανατριχίλες. Και, ως τέτοια μηχανή, λειτουργεί στην εντέλεια. Να σας το γράψω πιο απλά: χέστηκα πάνω μου.

Το μοτίβο συνηθισμένο και πολυφορεμένο: μεσοαστική οικογένεια μετακομίζει και, στο νέο σπίτι, αρχίζουν να τους συμβαίνουν διάφορα παράξενα, μέχρι που ο μικρός γιός τους πέφτει σε κώμα. Εδώ μπαίνουν τα μέντιουμ, οι τελετές, τα πνεύματα και τα μεταφυσικά φαινόμενα. Πράγματα δηλαδή που, στον έξω κόσμο, οι περισσότεροι από εμάς δεν παίρνουμε και τόσο στα σοβαρά. Εδώ είναι όμως που απαιτείται η σκηνοθετική μαστοριά, το άγρυπνο μάτι ενός κινηματογραφιστή που θα καταφέρει να μας βυθίσει σε ένα απειλητικό σύμπαν όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν και, ως εκ τούτου, να θέσουμε τον εαυτό μας ανυπεράσπιστο απέναντι στις κακές του προθέσεις. Μια μαζοχιστική διάθεση που ξεκινά με γαργάλημα και προοδευτικά καταλήγει στο μαρτύριο. Μαρτύριο όμως άκρως ανακουφιστικό, όπως αναφέραμε στην αρχή αυτού του κειμένου.

Και είναι υπέροχο που υπάρχουν και σήμερα ταινίες σαν το Insidious. Που βάζουν στην άκρη το φτηνό gore και την λογική της εμετικής αποστροφής (όχι ότι έχουμε πρόβλημα με αυτήν όταν χρησιμοποιείται με καλλιτεχνική μαστοριά) και κάνουν θεατές, σαν κι εμένα, να νιώσουν πάλι σαν εκείνο το εξάχρονο που έκρυβε το βλέμμα του πίσω από μια πόρτα για να προστατευτεί από τα σοκ. Κι ας μην είναι όλες οι ερμηνείες συντονισμένες, κι ας υπάρχει μια έκδηλη ανισότητα ανάμεσα στο πρώτο ατμοσφαιρικό και το δεύτερο πλήρως οργιαστικό κομμάτι του φιλμ, κι ας υπάρχει ένα κάποιο ποσοστό «τηλεγραφημένων» jump-scares. Από τη στιγμή που ένιωσα αυτό το γνώριμο γλυκό βάσανο, του συγχωρώ τα πάντα.

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

Αντε να το παίξουμε teenagers.


Η αθάνατη Καζαμπλάνκα


Αναρωτιέμαι πόσοι κινηματογραφόφιλοι εκεί έξω προσπάθησαν να μιμηθούν τον τρόπο με τον οποίο ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ άναβε το τσιγάρο του στη Καζαμπλάνκα, πόσοι εξ αυτών προσέθεσαν μια… καμπαρντίνα στη ντουλάπα τους, και πόσες φορές θαύμασαν τον «Μπόγκι» να αποχαιρετά την Ίνγκριντ Μπέργκμαν στο υπέροχο φινάλε. Σε εικόνες σαν κι αυτές, το έχουμε πει, το βλέμμα σου μπορεί και αντανακλάται τέλεια, ταυτόχρονα όμως υπάρχει και ο θαυμασμός ενός ειδώλου που σε ξεπερνά – υπήρχε βλέπετε μια εποχή πού τα αστέρια της μεγάλης οθόνης έμοιαζαν να έρχονται από ένα άλλο, μαγικό σύμπαν. Η δε περιπέτεια της Καζαμπλάνκα ξεκίνησε περίπου πριν από 70 χρόνια, στα πλατό της Warner.

Αν και η περιπέτεια της Αμερικής είχε ξεκινήσει… μια μέρα πριν, με την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, στις 7 Δεκεμβρίου 1941, όταν δηλαδή η Αμερική πήρε (επιτέλους) θέση και επενέβη στον πόλεμο που αιματοκύλισε την Ευρώπη καθώς η ναζιστική ιδεολογία άπλωνε τον καρκίνο της. Ήταν την αμέσως επόμενη μέρα, στις 8 Δεκεμβρίου του 1941, που ο νέος ανεξάρτητος παραγωγός Χολ Μπ. Γουίλις αγόρασε τα δικαιώματα για το θεατρικό έργο «Όλοι έρχονται στου Ρικ» - ένα θεατρικό έργο που ακόμη δεν είχε παρουσιαστεί στο σανίδι, αλλά μοιάζει να είχε γραφτεί με σκοπό την αφύπνιση της αμερικανικής κοινής γνώμης απέναντι στο Ναζιστικό κίνδυνο (κάτι που ουσιαστικά ξεκινά με τον «Μεγάλο Δικτάτορα» του μεγάλου ανθρωπιστή Τσαρλς Τσάπλιν). Το θεατρικό αυτό έργο λοιπόν, είχε τα πάντα: αγάπη, θάνατο, πατριωτισμό, εξαγορά, αντίσταση. Και, μεταξύ μας, μπορεί και να υπάρχουν καλύτερες ταινίες από τη Καζαμπλάνκα, αλλά καμία άλλη ταινία δεν αποτυπώνει καλύτερα αυτό το μυθολογικό όραμα της Αμερικής για τον ίδιο της τον εαυτό – μια χώρα δηλαδή, ακέραιη, ικανή για αυτοθυσία, δίχως να θυσιάζει τον ατομικισμό μέσω του οποίου κατέκτησε μια ολάκερη ήπειρο, ούτε όμως διστακτική όταν οι περιστάσεις απαιτούν ηρωισμό. Επίσης, καμία άλλη ταινία δεν αντανακλά τόσο την κοινωνική της – παγκόσμια! – συγκυρία, όπως αυτή. Σκεφτείτε πως οι περισσότεροι εκ των ηθοποιών της ήταν… πρόσφυγες από τη ναζιστοκρατούμενη Ευρώπη.

Ο ίδιος ο ήρωας, ο Ρικ Μπλέιν μοιάζει να κουβαλά πάνω του την ιδιοσυγκρασία ολάκερου του αμερικάνικου κοινού αλλά και της σταδιακής μεταστροφής του: στην αρχή είναι καθαρά αρνητικός («Δε ρισκάρω τη ζωή μου για κανέναν») αλλά στη συνέχεια πείθεται για το δίκαιο του αντι-ναζιστικού αγώνα, χάριν του οποίου εγκαταλείπει την μοναδική γυναίκα που αγάπησε καθώς συνειδητοποιεί πως οι περιστάσεις πλέον ξεπερνούν τον ίδιο: μη γελιέστε, η απόφαση του να μείνει στο αεροδρόμιο είναι μια καθαρά πολιτική απόφαση. Συγκυριακά, λίγο μετά τη πρώτη προβολή της ταινίας – δηλαδή το 1943 – οι Φράνκλιν Ρούσβελτ, Σαρλ Ντε Γκολ και Γουίντσον Τσόρτσιλ συναντήθηκαν στη… Καζαμπλάνκα (με μεγάλο απών τον Στάλιν, που τότε όμως είχε το νου του στη κρίσιμη μάχη του Στάλινγκραντ) όπου και αποφασίστηκε πως αγώνας των Συμμάχων θα συνεχιζόταν μέχρι το "bitter end" (πικρό τέλος), δηλαδή μέχρις ότου η Ναζιστική Γερμανία οδηγηθεί στην άνευ όρων παράδοση. Το ίδιο θα ίσχυε τόσο για την Ιταλία όσο και για την Ιαπωνία. Η διάσκεψη αυτή ήταν η τελευταία στην οποία ο Τσώρτσιλ θα μπορούσε να υπαγορεύσει τους στόχους της συμμαχικής προσπάθειας, μιας και ύστερα από τη διάσκεψη αυτή, οι Αμερικάνοι συνειδητοποίησαν πως αυτοί ήταν ο κύριος παράγοντας της Συμμαχίας και έτσι άρχισαν να ενεργούν ανάλογα. Αμφίβολο πάντως αν, κατά τη διάρκεια της, ακούστηκε το “As time goes by”…

…Για το οποίο ποτέ δεν ακούστηκε η φράση «Play it again, Sam» όπως έχει κατά καιρούς γραφτεί (και είναι ένας καλός δείκτης για να ξεχωρίζετε τους αφοσιωμένους σινεφίλ, από τους «απατεώνες»). Σε ποιόν λοιπόν χρεώνεται αυτή η παρεξήγηση; Μα, στον Γούντι Άλεν και το θεατρικό του έργο «Play it again Sam» πάνω στο οποίο βασίστηκε και η ομώνυμη κινηματογραφική ταινία με τον ίδιο, σε σκηνοθεσία Χέρμπερτ Ρος, όπου ένας άνδρας που προσπαθεί να συνέλθει από το διαζύγιο του, έχει ως πρότυπο τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ αν και ο ίδιος είναι δειλός, αδύναμος, εξαιρετικά ντροπαλός με τις γυναίκες και δεν αντέχει ούτε γουλιά αλκοόλ. Η ταινία προβλήθηκε στην Ελλάδα με τον επιεικώς απαράδεκτο τίτλο «Ωραίος και σέξι» και «έσκισε» εισπρακτικά, κι εδώ, όπως παντού.

Σε μια άλλη κωμωδία, ίσως στη μοναδική του Τζον Κασσαβέτη, το υπέροχο «Μίνι και Μόσκοβιτς», οι ήρωες (Τζίνα Ρόουλαντς και Σέιμουρ Κασέλ) λατρεύουν την Καζαμπλάνκα αλλά όταν συναντιούνται για να τη δουν μαζί, ο ρομαντισμός της ταινίας που βλέπουν δεν πιάνει «μία» μπροστά στη σχέση τους. Ο Κασσαβέτης είναι ξεκάθαρος: η ζωή έρχεται πρώτα, το σινεμά ακολουθεί – κάτι που μάλλον δεν πρεσβεύει ο Ζαν – Πολ Μπελμοντό στο θρυλικό «Με κομμένη την ανάσα» καθώς μπορεί να στέκεται μπροστά από μια φωτογραφία του Μπόγκι, το κενό της δικής του ζωής όμως μπροστά στη μαγική εικόνα του σινεμά είναι προφανές. Ενώ στο «Όταν ο Χάρι Γνώρισε τη Σάλι» που έγραψε η Νόρα Έφρον που χάθηκε πρόσφατα από λευχαιμία), οι ήρωες έχουν μια υπέροχη κουβέντα για το φιλμ, με τη Σάλι (Μεγκ Ράιαν) να καταλήγει πως «δεν θα ήθελε με τίποτα να περάσει την υπόλοιπη ζωή της στη Καζαμπλάνκα, παντρεμένη με τον ιδιοκτήτη ενός μπαρ»! Και στις δυο ταινίες επίσης οι ήρωες παίζουν ένα διαρκές «κρυφτούλι» μέχρι να παραδεχτούν τον έρωτα τους.

Σε όλες τις περιπτώσεις πάντως, και αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον, ο Μπόγκαρτ αντιπροσωπεύει ένα σινεμά των ονείρων μέσω του οποίου ο καθένας θέλει να δραπετεύσει, αλλά η πραγματικότητα η ίδια επιφέρει πολλές… σατιρικές παραλλαγές στην ίδια εικόνα. Που παραμένει ζωντανή και πανίσχυρη κάθε φορά που προβάλλεται στη μεγάλη, ή τη μικρή οθόνη.

Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

Σκιές.


Λένε πως ο άνθρωπος δεν είναι τίποτ' άλλο από την ανάσα του και τη σκιά του που, σαν την ευτυχία, σε αποφεύγει όσο την πλησιάζεις. Οι επεκτάσεις των δυο διαπιστώσεων τείνουν προς το άπειρο. Και πάλι όμως, ελάχιστα λένε γι' αυτή τη γνήσια μυσταγωγία των σκιών, για το πάγωμα των αισθήσεων όταν, ως παιδί, διαπιστώνεις για πρώτη φορά πως η σκιά σου, με τον κατάλληλο φωτισμό, μπορεί να υψωθεί σε δυσθεώρητα ύψη και να καταπιεί ολάκερες εκτάσεις - κι ας μην έχεις ακόμη πιάσει σε μπόι το... ένα μέτρο. Αυτό το γαργάλημα στα σωθικά σου, συναίσθημα δημιουργίας πριν ακόμη αυτή φυτευθεί μέσα σου ως έννοια και αντίληψη. Αυτή η μαγική στιγμή.

Η πρώτη μου γνωριμία με το Θέατρο Σκιών έγινε, φυσικά, μέσω της τηλεόρασης. Λίγα καταλάβαινε βέβαια ένα παιδί από τα μαγικά κόλπα της σκιάς - αυτό που έβλεπα έμοιαζε περισσότερο με cartoon: όπως διασκέδαζες με τα κινούμενα σχέδια διασκέδαζες και με το θέατρο σκιών του Σπαθάρη. Το σοκ το έπαθα λίγο αργότερα, όταν δηλαδή ένα βράδυ με πήγαν σε ηλικία 5 ετών μέχρι τη Πλάκα, στο Φανάρι του Διογένη, στο θέατρο του Γιώργου Χαρίδημου. Μια μάντρα με μια σκηνή πανήψηλη, στις άκρες της οποίας δέσποζαν σκηνικά-κεντήματα μοναδικής ευαισθησίας, με παιδιά και ενήλικες που ξεκαρδιζόντουσαν εξίσου και κάτι φιγούρες με χαρακτηριστικά θλιμμένα και βυζαντινές αποχρώσεις. Άλλος κόσμος, και ένας μυστικισμός που, στο κεφάλι ενός παιδιού, έσκασε σαν ατομική βόμβα. Στο πλάι ήταν το "ταμείο" απ' όπου, την ώρα της παράστασης, μπορούσες να χαζέψεις, δειλά - δειλά και με προσοχή, τι συνέβαινε μέσα στη σκηνή. Πως δηλαδή αυτές οι φιγούρες, που ενίοτε έφταναν μέχρι και το ένα μέτρο, έπαιρναν ζωή (μέχρι ο Γιώργος να σε πάρει χαμπάρι και να σου μπήξει μια γερή φωνή, οπότε και επέστρεφες τρέχοντας στη θέση σου με επιπρόσθετη ταχυπαλμία). Αυτό ήταν, I was hooked.

Άρχισα αμέσως να σχεδιάζω φιγουρίνια στο σπίτι θέλοντας να επαναλάβω αυτό που έβλεπα κάθε βράδυ. Και όπου άκουγα για Θέατρο Σκιών, έτρεχα. Στο τέλος έγινα βοηθός του περιβόητου Βάγγου, που είχε ένα θεατράκι στη Πειραϊκή (στη συνέχεια μεταφέρθηκε στα Βοτσαλάκια του Παρασκευά) - όπου και έμεινα μέχρι τα 18. Μοναδικός μάστορας, με χάρισμα στη κωμωδία - ένα χιούμορ που σε σημεία θύμιζε τη ραφιναρισμένη ειρωνία ενός Βασίλη Λογοθετίδη (ο Καραγκιόζης του Βάγγου ήταν τα πάντα εκτός από χοντροκομμένος και λαϊκίστικος), αλλά πολύ πιο σβέλτο, τόσο μάλιστα που έμοιαζε να απευθύνεται κυρίως στους ενήλικες. Η στιγμή που θυμάμαι περισσότερο: το σκοτάδι στη σκηνή με το φως να έρχεται απ' εξω, κάθε βράδυ, λίγο πριν ανοίξουν οι προβολείς, η αγωνία της προετοιμασίας, το κουδούνι και τα χειροκροτήματα - όλα σε μια στιγμή. Στο ενδιάμεσο βέβαια ήρθε η ανακάλυψη του κινηματογράφου, η απόφαση μου να σπουδάσω σκηνοθεσία και φυσικά, τα ξενύχτια στις κινηματογραφικές λέσχες και τα μεταπτυχιακά στο εξωτερικό. Το θέατρο σκιών μπήκε στην άκρη. Μια βαλίτσα με πολλές φιγούρες δικές μου και λίγες κάποιων παλιών μαστόρων τακτοποιήθηκε όπως - όπως σε μια αποθήκη και αυτό ήταν.

Το μακρύ χέρι της Σταματίνας όμως έφτασε μέχρι εκεί, η βαλίτσα άνοιξε ξανά, και το (ούτε τρίχρονο τότε) παιδί άρχισε ενθουσιασμένο να παίζει με φιγούρες δυο και τρεις φορές ψηλότερες από την ίδια. Έπρεπε λοιπόν να φτιάξω μερικές στο μέγεθος της. Έτσι, μετά από 17 χρόνια, ξανάπιασα σκαρπέλα, κοπίδια, μελάνια, τα απαραίτητα κοινώς, και άρχισα να μαστορεύω ξανά (μονάχα για λίγες ώρες καθε εβδομάδα - αυτά έχει η ζωή του ενήλικα). Ο ενθουσιασμός της μικρης, μεγάλος - όταν ζωγραφίζω μπροστά της το γλεντάει στη κυριολεξία, αν και έχει μια - δυο καλές ατάκες για να με βάζει στη θέση μου ("ο μπαμπας είναι καλός ζωγράφος, αλλά εγώ είμαι καλλιτέχνης"). Ε, και κάποια στιγμή θέλησα να την παω να χαζέψει και αυτο το θέαμα "ζωντανά". Η πρώτη φορά ήταν εντελώς απογοητευτική (και μάλιστα σε "μαθητές" του Χαρίδημου - μου βγήκαν τα μάτια...). Σιγά - σιγά έβρισκες κάποιες καλές εξαιρέσεις. Αλλά...

Ας το παραδεχτούν οι φίλοι της τέχνης αυτής: μάλλον βρίσκεται σχεδόν υπο εξαφάνιση. Δεν εννοώ πως δεν παρουσιάζεται πια. Δυστυχώς, κάθε άλλο: Με εξαίρεση έναν - δυο μάστορες και ξανά έναν - δυο (άντε τρεις) νέους που μοιάζουν να έχουν γνήσιο ταλέντο, αυτό που επικρατεί σήμερα είναι ένας Καραγκιόζης κακότεχνος, από ατάλαντους παίχτες που αντιγράφουν σχέδια άλλων και μετά καμαρώνουν για φιγούρες - φρανκενστάιν, μιμούνται αχώνευτα το παίξιμο παιχτών που γνώρισαν στο ναδίρ τους, πουλάνε φτηνό λαϊκισμό με "εθνικό" έρεισμα (πόσο απαίδευτη ξεφτίλα να χρησιμοποιείς διχαστικά έναν τόσο ενωτικό ήρωα!), γεμίζουν τις παραστάσεις τους με αστεία που απευθύνονται αποκλειστικά σε λοβοτομημένα τρίχρονα, και βρίζουν με τα χειρότερα λόγια κάθε "συνάδελφο" τους μόλις ακούσουν πως "ενδιαφέρεσαι" για τις σκιές - συνήθως από άμυνα: πρόκειται για κομπλεξικούς ατάλαντους, αρκετά ικανούς για να συλλάβουν την ανεπάρκεια τους, αλλά όχι τόσο ώστε να έχουν το παραμικρό περιθώριο βελτίωσης. Ταυτόχρονα έχεις και τους συλλέκτες που, ψυχαναγκαστικά, γυρίζουν τη χώρα και "συλλέγουν" με κάθε ηθικό και ανήθικο (δεν φαντάζεστε) μέσο φιγούρες - διαμάντα τα οποία και κρατούν μακριά από τους λίγους, έστω, που αναζητούν τους χαμένους κρίκους της τελευταίας, γνήσιας έκφρασης που γέννησε αυτός ο τόπος. Κάποιοι εξ αυτών κάνουν κάτι ακόμα χειρότερο - παίζουν κιόλας! Και είναι γεγονός: η πλειοψηφία των ανθρώπων που παίζουν Καραγκιόζη σήμερα κάνουν ανεπανόρθωτη ζημιά στη τέχνη αυτή. "Τον αγαπάνε τον Καραγκιόζη και αν τους τον στερήσεις θα πεθάνουν, αλλά όπου παίζουν μας κάνουν κακό" μου λένε με πικρή συγκατάβαση. Κάνω μια μικρή αναζήτηση στο net και πέφτω πάνω σε σελίδες "παικτών" που πουλάνε στραβοχυμένες φιγούρες εναντί γερής αμοιβής, φρικωδώς σχεδιασμένες με μαρκαδόρους επί γυαλιστερού πλαστικού. Κλείνω τον υπολογιστή απογοητευμένος.

Κρίμα. Η μυσταγωγία - κάθε μορφής - παραμένει η μόνη μας ελπίδα.

Κυριακή 24 Ιουνίου 2012

New Blood Greek Cinema at the Santozeum Museum in the heart of Fira, Santorini.


The Santozeum Creative Arts Platform For Immediate Release www.santozeum.com June 20, 2012 THE SANTOZEUM ANNOUNCES ITS 2012 NEW BLOOD GREEK CINEMA PROJECT AND RESIDENCY PROGRAM  –– The Santozeum is pleased to announce the opening of the summer 2012 New Blood Greek Cinema series. . On June 26th 2012, the Santozeum will welcome acclaimed Greek film directors to the island, inviting them to celebrate their work at the Santozeum Museum in the heart of Fira, Santorini.

The Santozeum is an artist run, interdisciplinary creative platform that fosters dialogue between the arts, humanities, and sciences in both the local and international community. The Santozeum aims to create a dynamic environment for young and emerging artists, providing a residency program in the arts, while connecting a global network of pioneers and professionals to Santorini. The Museum is currently hosting the Thera Foundation’s collection of Kodak Pathé Akrotiri Wall Painting Reproductions. The New Blood Greek Cinema series is a creation of the Santozeum’s 2012 Manifesto for Manifestos in Crisis. Ileana Drinovan, Artistic Director and Founder of the Santozeum: “The Santozeum calls on artists to locate points of crisis for the participating entities and to track strategies of production in response to the circumstances of their mission.

Current trends in political indecision, years with more or less arts funding, transitions away from print into digital text, sacrificing the gritty for gloss, losing creative security in the society that surrounds us but gaining clarity in artistic credos are some thrusts that may have provided impetus for creative resistance or action.” New Blood Greek Cinema showcases the work of twelve cutting edge Greek directors over the course of the 2012 summer season. Ten films have been selected, all produced between 2011 and 2012. There are six documentaries and four dramas.

The twelve participating directors in the Santozeum’s New Blood Greek Cinema project are:

Filippos Tsitos with Unfair World
Panagiotis Fafoutis with Paradise
Babis Makridis with L
Argyris Papadimitropoulos with Wasted Youth
Thekla Malamou & Stratis Voyatzis with The Blind Fisherman
Anthi Daountaki with Gavdos. Southwards
Angelos Kovotsos with Encardia, The Dancing Stone
Elissavet Laloudaki & Massimo Pizzocarro with Perah Istar
Stavros Psyllakis with Metaxa Listening to Time
Myrna Tsapa with Katinoula

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες