Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012

Ιnsidious (2010) ( * * * )



Η πρώτη ταινία τρόμου που είδα ήταν ο «Αόρατος Άνθρωπος» του Τζέιμς Γουέιλ. Μια Παρασκευή, νομίζω, στην κινηματογραφική λέσχη του Γιάννη Μπακογιαννόπουλου στην ΕΡΤ. Πολύ μικρός. Περίπου έξι ετών. Θυμάμαι επίσης ότι την είδα μισή. Δεν αναφέρομαι όμως στη διάρκεια – αναφέρομαι στο κάδρο. Έτσι όπως είχα στριμωχτεί πίσω από μια πόρτα, έβλεπα μόνο το μισό και ξεμυτούσα όσο χρειαζόταν για να μπορέσω να παρακολουθώ ένα μέρος από τα τεκταινόμενα. Φυσικά, όποτε εμφανιζόταν κάποιο χοροπηδηχτό αδειανό πουκάμισο, κρυβόμουν αμέσως πίσω της και περίμενα να κοπάσει ο θόρυβος – που και που τολμούσα να κοιτάξω κατάματα την τηλεόραση αλλά αυτό δεν κρατούσε περισσότερο από κλάσματα του δευτερολέπτου. Νομίζω πως η προβολή αυτή όρισε, κατά κάποιο τρόπο τη ζωή μου. Το γιατί, θα μου το εξηγούσε σε μια του δήλωση, ένας υπέροχος Ιταλός σχιζοφρενής: «Δεν υπάρχει πιο ανακουφιστικό συναίσθημα από αυτό του τρόμου στο σινεμά. Η καλύτερη μου ευχή, είναι να το αισθανθείτε χίλιες φορές!».

Δεν είναι δικό μου αυτό, το έλεγε ο Λούτσιο Φούλτσι και είχε απόλυτο δίκιο: υπάρχει μια σιωπηλή συμφωνία ανάμεσα στον θεατή και τον σκηνοθέτη κάθε «ταγμένης» ταινίας (κι όταν λέω «ταγμένη» εννοώ αυτήν που υπηρετεί με καθαρότητα ένα συγκεκριμένο φιλμικό είδος). Ο θεατής των ταινιών τρόμου ή, αν προτιμάτε, του Φανταστικού, αποτελεί και μια ξεχωριστή κατηγορία, για πολλούς λόγους. Ο βασικότερος: είναι πρόθυμος να αγνοήσει κάθε défaut τους, αρκεί αυτές να τον τρομάξουν. Εκεί που το κοινό των Φεστιβάλ, ας πούμε, αναζητά το μοναδικό ελάττωμα μιας ταινίας για να μπορέσει να την κράξει, οι φίλου του Φανταστικού, αναζητούν το μοναδικό της προτέρημα για να την αποθεώσουν.

Το Insidious του Τζέιμς Γουάν ξεκινάει με τσιρίδες εγχόρδων από τα ζενερίκ (που είναι πάρα πολύ απλά: εμφανίζεται μονάχα ο τίτλος και αυτό είναι όλο) και ο λόγος είναι απλούστατος. Με αυτό τον τρόπο κλείνει εξ αρχής το μάτι στον θεατή προετοιμάζοντας τον για τα πολλαπλά σοκ που θα ακολουθήσουν. Δεν παριστάνει δηλαδή τίποτα περισσότερο από αυτό που είναι: ένα thrill ride, μια καλοκουρδισμένη μηχανή με σκοπό να προσφέρει απλόχερα ανατριχίλες. Και, ως τέτοια μηχανή, λειτουργεί στην εντέλεια. Να σας το γράψω πιο απλά: χέστηκα πάνω μου.

Το μοτίβο συνηθισμένο και πολυφορεμένο: μεσοαστική οικογένεια μετακομίζει και, στο νέο σπίτι, αρχίζουν να τους συμβαίνουν διάφορα παράξενα, μέχρι που ο μικρός γιός τους πέφτει σε κώμα. Εδώ μπαίνουν τα μέντιουμ, οι τελετές, τα πνεύματα και τα μεταφυσικά φαινόμενα. Πράγματα δηλαδή που, στον έξω κόσμο, οι περισσότεροι από εμάς δεν παίρνουμε και τόσο στα σοβαρά. Εδώ είναι όμως που απαιτείται η σκηνοθετική μαστοριά, το άγρυπνο μάτι ενός κινηματογραφιστή που θα καταφέρει να μας βυθίσει σε ένα απειλητικό σύμπαν όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν και, ως εκ τούτου, να θέσουμε τον εαυτό μας ανυπεράσπιστο απέναντι στις κακές του προθέσεις. Μια μαζοχιστική διάθεση που ξεκινά με γαργάλημα και προοδευτικά καταλήγει στο μαρτύριο. Μαρτύριο όμως άκρως ανακουφιστικό, όπως αναφέραμε στην αρχή αυτού του κειμένου.

Και είναι υπέροχο που υπάρχουν και σήμερα ταινίες σαν το Insidious. Που βάζουν στην άκρη το φτηνό gore και την λογική της εμετικής αποστροφής (όχι ότι έχουμε πρόβλημα με αυτήν όταν χρησιμοποιείται με καλλιτεχνική μαστοριά) και κάνουν θεατές, σαν κι εμένα, να νιώσουν πάλι σαν εκείνο το εξάχρονο που έκρυβε το βλέμμα του πίσω από μια πόρτα για να προστατευτεί από τα σοκ. Κι ας μην είναι όλες οι ερμηνείες συντονισμένες, κι ας υπάρχει μια έκδηλη ανισότητα ανάμεσα στο πρώτο ατμοσφαιρικό και το δεύτερο πλήρως οργιαστικό κομμάτι του φιλμ, κι ας υπάρχει ένα κάποιο ποσοστό «τηλεγραφημένων» jump-scares. Από τη στιγμή που ένιωσα αυτό το γνώριμο γλυκό βάσανο, του συγχωρώ τα πάντα.

1 σχόλιο:

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες