Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

The Dark Knight Rises (2012)


Η σφαγή στο Κολοράντο, από έναν ψυχασθενή δήθεν «εμπνευσμένο» από το “Dark Knight” (χαίρονται οι ακροδεξιοί που στα 60s έκαιγαν δίσκους των Beatles και, το μεσαίωνα, ανθρώπους) έδωσε τροφή για πολλούς φανατικούς συνομωσιολόγους να μιλήσουν για «κατάρα» της σειράς. Βλέπετε, μόλις στην προηγούμενη της σειράς, ο Χιθ Λέτζερ έδωσε, φημολογούμενα, μια τόσο έντονη ερμηνεία που… πέθανε (αν και η αλήθεια είναι πως τον χάσαμε στα γυρίσματα μιας άλλης ταινίας, του Δρ. Παρνάσους του Τέρι Γκίλιαμ). Σκεφτείτε όμως λίγο και αυτό: σε μια οποιαδήποτε άλλη ταινία ενός οποιουδήποτε άλλου σκηνοθέτη, ένα τέτοιο γεγονός θα «πλάκωνε» ολοκληρωτικά την ίδια τη ταινία και τους συντελεστές της. Όχι όμως τον Μπάτμαν του Κρίστοφερ Νόλαν. Γιατί ο Τιμ Μπάρτον μπορεί να δηλώνει πως όταν ο ίδιος γύριζε τους σκοτεινούς Μπάτμαν του (έναν το 1989 και έναν το 1992), το κοινό της εποχής δεν τον καταλάβαινε, αλλά ο ίδιος ήταν και εξακολουθεί να είναι ολοκληρωτικά ανήμπορος να μιλήσει για το σήμερα, μιας και η πραγματικότητα τον αφήνει εντελώς αδιάφορο. O Nόλαν καίγεται για το σήμερα.

Υπάρχει μια σεκάνς στην προηγούμενη ταινία της σειράς, στον «Σκοτεινό Ιππότη», που στέκει στη μνήμη πιο βαθιά από τον Τζόκερ του Χιλ Λέτζερ. Ο οποίος, αφού στήνει μια κατάμαυρη φάρσα, παγιδεύοντας δυο πλοία με εκρηκτικά, και προσφέροντας στους επιβάτες και των δυο την ικανότητα να ανατινάξουν τους «απέναντι» για να σώσουν τα τομάρια τους, περιμένει χαιρέκακα να δει ποιο πλοίο θα εκραγεί πρώτο. Ε, λοιπόν, κανείς δεν παίρνει την απόφαση να σκοτώσει τους συνανθρώπους του, κι ας κρέμεται πάνω από τα κεφάλια τους μια χρονική διορία, μέχρι τον υποτιθέμενο χαμό όλων. Ο Μπάτμαν αυτός βλέπετε, είναι πάνω απ’ όλα, ο Μπάτμαν του Κρίστοφερ Νόλαν. Και ο Κρίστοφερ Νόλαν είναι ένας δημιουργός βαθιά ανθρωπιστής.

Εάν όμως στο «Σκοτεινό ιππότη», ο Τζόκερ έμοιαζε να είναι το κακόβουλο αντίβαρο στην εξίσου εμμονοληπτική προσπάθεια του Γουέιν / Μπάτμαν για «προστασία», εδώ, σ’ αυτό το φιλμ που κλείνει τη τριλογία, η κεντρική ηρωική φιγούρα έχει να αντιμετωπίσει το λεγόμενο «λαϊκό» αίσθημα. Τι είναι οι ορδές των κακοποιών που κατακλύζουν τη Γκόθαμ Σίτι επιβάλλοντας το δικό τους «λαϊκό δικαστήριο»; Ποιοι είναι αυτοί που μιλούν φωναχτά για τη «βία της εξουσίας», δικαιολογούν τη δική τους κτηνώδη βία με λαϊκίστικα επιχειρήματα του κώλου (τα οποία όμως, επειδή ακούστηκαν «φωναχτά» έγιναν κοινωνικώς αποδεκτά) και, το κυριότερο, αυτοπαρουσιάζονται ως «επαναστάτες» ενώ, επί της ουσίας, είναι απάνθρωποι μέχρι το κόκαλο; Μα, προφανώς, η άλλη όψη των Αγανακτισμένων (σε ο'τι αφορά το ελληνικό franchise, αναφέρομαι κυρίως στην... πάνω πλατεία). Η όψη εκείνη που ζει μέσα από το μίσος και την εχθρότητα, που θρέφεται από την καταστροφή και επιζητά το Χάος, γιατί χάος έχει στη γκλάβα της, και τίποτα παραπάνω.

«Μα», θα μου πείτε, «ο Μπάτμαν είναι καθαρός πολιτικά;». Ο Μπατμαν, δηλαδή ο Μπρους Γουέιν, είναι ένας πάμπλουτος (όπως και ο Μαρξ - θα έλεγε κάποιος προβοκάτορας) ήρωας που φορά μια στολή και οργώνει τους δρόμους μιας κωμόπολης αυτοδικώντας αδιακρίτως, σύμφωνοι. Η «αυτοδικία» του όμως, γίνεται ηθικώς επιτρεπτή λόγω της φύσεως των εγκλημάτων που αντιμετωπίζει. Εδώ... συμφωνώ πως υπάρχει ένα σαφές ιδεολογικό πρόβλημα.  Όλα αυτά όμως, έτσι όπως είναι στημένα, μέσα από μια λαβυρινθώδη πλοκή, όπου κάθε «γύρισμα» της θα μπορούσε να εγείρει ώρες σκέψης και λογομαχίας, δεν αφήνουν παρά ελάχιστο χρόνο σκέψης: η ταινία «τρέχει» με χίλια, δίχως όμως να δίνει "άφεση αμαρτιών" στους ήρωες της. Με άλλα λόγια, δε συμφωνεί σε κάθε τους κίνηση. Το κάνει όμως... ευγενώς. Βολικά. Πάνω από αυτό τον πακτωλό βροντερού θεάματος, υπερηχητικών καταδιώξεων και αγωνιωδών αναμετρήσεων, στέκεται βέβαια η ανθρώπινη προσπάθεια για κάτι καλύτερο. Ο Νόλαν πείθει. Μόνο και μόνο γι αυτό, η τριλογία του Μπάτμαν θα μνημονεύεται για πολλά χρόνια ως ο’τι καλύτερο γυρίστηκε ποτέ, με βάση έναν κόμικ ήρωα. Αλίμονο στο κακομοίρη που θα γυρίσει το επόμενο.

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

“Whatever happened to Baby Jane?” (1962) ( * * * * * )


Πριν δυο εβδομάδες, με αφορμή τον Μακόλεϊ Κάλκιν, έγραφα κάπου σ’ αυτές τις σελίδες: «Λίγα πράγματα σ’ αυτή τη ζωή δείχνουν πιο επώδυνα από τη διαρκή υπενθύμιση των περασμένων σου επιτευγμάτων και της τωρινής ανικανότητας σου να τα επαναλάβεις». Μόνο οι πιο επιφανειακοί των θεατών βλέπουν σήμερα, στο γυρισμένο το 1962 φιλμ του Ρόμπερτ Άλντριτς, ένα… “camp classic” και όχι το θαρραλέο ξεγύμνωμα δυο θρύλων του Χόλιγουντ στην υπηρεσία αυτής της τραγωδίας όπου η επιδεξιότητα της σκηνοθεσίας συναγωνίζεται στα ίσα την σπαρακτική της ευαισθησία.

Η Μπέιμπι Τζέιν του τίτλου, γνώρισε τη δόξα από παιδί, εις βάρος της αδελφής της, Μπλανς, την οποία και ταπείνωνε με τη πρώτη ευκαιρία - δεν κατάφερε όμως να έχει την ίδια επιτυχία μετά την ενηλικίωσή ενώ, την ίδια στιγμή, η Μπλανς εκτοξεύτηκε στις κορυφές του Χόλιγουντ. Μοιάζει με φάρσα θεϊκή και εξελίσσεται ως τέτοια: η Μπλανς θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει τη show-biz μετά από ένα τραγικό ατύχημα που θα την αφήσει ανάπηρη - υπεύθυνη η Μπέιμπι Τζέιν. Χρόνια αργότερα, μεταφερόμαστε στην έπαυλη όπου οι δυο γυναίκες ζουν μόνες, απομονωμένες και γερασμένες. Η Μπέμπι Τζέιν έχει καταντήσει αλκοολική, στις υπηρεσίες της καθηλωμένης Μπλανς (μια παθητική, και σε σχέση με το χαρακτήρα που ενσαρκώνει αλλά και στο πως τον ενσαρκώνει, Τζόαν Κρόφορντ). Υπηρεσίες που δεν επιτελεί ακριβώς: όταν τη συναντάμε στο φιλμ μοιάζει να κρατά ήδη μια μικρή απόσταση από τη τρέλα. Και η τρέλα οδηγεί στον τρόμο: Το “Whatever happened to Baby Jane?” είναι ένα ανατριχιαστικό ψυχολογικό θρίλερ, που πατάει γερά πάνω στη λατρεμένη υπερβολή της Μπέτι Ντέιβις (σοβαρά, προσέξτε τη γουλιά ουίσκι που κατεβάζει στην πρώτη της σκηνή, ένα πραγματικό σεμινάριο υποκριτικής!), αλλά συνάμα είναι δουλεμένο με Χιτσκοκική ακρίβεια και ανάλογο βάθος σκέψης.

Γιατί πίσω από το μακάβριο σασπένς, ο Άλντριτς (που ιδιοφυώς έβαλε μαζί, στο ίδιο φιλμ, δυο πρώην σταρ που στη κυριολεξία μισούσαν η μία την άλλη) κοιτάζει βαθιά στο Χολιγουντιανό σκοτάδι, εκεί όπου, τη λεγόμενη «Χρυσή Εποχή» του, οι σταρ ήταν εκείνοι που είχαν τον τελικό λόγο - όχι τα στούντιο. Τότε που η δόξα έδειχνε να μην έχει τέλος και, ξαφνικά, μέσα σε λίγες δεκαετίες, οι αστέρες του τότε έγιναν οι ξεχασμένοι του σήμερα, αυτοί που ο Μπίλι Γουάιλντερ έβαλε να χαρτοπαίζουν στη «Λεωφόρο της Δύσης», ταινία συγγενική της «Μπέιμπι Τζέιν» και εξίσου θλιμμένη. Πολλές φορές πίσω από τις λεπτομέρειες: μετά από την άνοδο και τη πτώση τους, η Τζέιν και η Μπλανς είναι μόνες και ως θεατές του εαυτού τους, την δεύτερη μάλιστα την θυμούνται μονάχα όταν το παιδικό της είδωλο, οι παλιές της ταινίες δηλαδή, προβάλλονται στη τηλεόραση. Γι αυτό και το στοιχείο του φινάλε – έκπληξη (ένα από τα πιο πολυσυζητημένα στην ιστορία του σινεμά) δε χρησιμοποιείται ως «εφέ» αλλά έχει καίριο δραματουργικό χαρακτήρα: αφήνει να «γράψει» μέσα μας η αρρώστια που τυραννά και τις δυο, έτσι γρήγορα όπως έφυγε η λατρεία των πολλών.

Bλέπετε, κανείς δε νοιάστηκε ποτέ για το τι απέγινε η όποια Μπέιμπι Τζέιν. Μέχρι που ήρθε ο Ρόμπερτ Άλντριτς να τους το θυμίζει: Την είδατε να μεγαλώνει, κι όταν διασκεδάσατε και με τις ρυτίδες της, την ξεχάσατε. Η Τζέιν και η Μπλανς πλήρωσαν για τις αμαρτίες σας. Να τις θυμάστε που και που.

(To πόσο σπουδαίος μάστορας ήταν ο Άλντριτς γενικώς, δε χωράει σ' ένα απλό κείμενο. Χωράει όμως σίγουρα σ' ενα κείμενο που του χρωστάω. Θα γραφτεί, εν καιρώ.)

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2012

Carlo Rambaldi (1925 - 2012), ο μπαμπάς του Ε.Τ.


Η απόσταση που χωρίζει τις υπέροχες δημιουργίες του Κάρλο Ραμπάλντι από τα ψηφιακά ειδικά εφέ που έχουν κατακλύσει τις οθόνες του σήμερα, είναι και η διαφορά που χωρίζει την αλήθεια από την αληθοφάνεια. Τα μεν τελευταία είναι όντως θεαματικά και πολύχρωμα, τα πρώτα όμως έχουν ένα μεγάλο ατού – που έχει χαθεί ανεπιστρεπτί από το σινεμά: δεν “μοιάζουν” αληθινά. Είναι αληθινά. Και όσο κι αν ιδρώνουν τα μέτωπα των μισθωμένων nerds που ξημεροβραδιάζονται μπροστά από έναν υπολογιστή, ποτέ τους δεν θ'αγγίξουν τη μαστοριά της αναλογικής, της απτής κατασκευής που, όπως ακριβώς την βλέπεις, μπορείς και να την αισθανθείς.

Γεννημένος στο Βιγκαράνο Μαινάρντα, μια επαρχιακή κωμόπολη λίγα χιλιόμετρα μακριά από τη Μπολόνια, ο Κάρλο Ραμπάλντι επέδειξε από νωρίς την αγάπη του για τις εικαστικές τέχνες αλλά, για να ικανοποιήσει την οικογένεια του, πήρε το πτυχίο του στη Γεωμετρία πριν γίνει δεκτός στη σχολή Καλών Τεχνών της Μπολόνια. Μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, πιάνει αμέσως δουλειά στην, τότε, απορυθμισμένη Ιταλική κινηματογραφική βιομηχανία και εκεί θα αποδείξει αμέσως τις ικανότητες του, σε μια σειρά μικρών ιταλικών ταινιών τρόμου και επιστημονικής φαντασίας. Οι παραγωγοί εντυπωσιάστηκαν, όχι τόσο από τα αποτελέσματα της δουλειάς του, όσο από το πολύ χαμηλό της κόστος: ο Κάρλο Ραμπάλντι μπορούσε να στήσει ένα πειστικό ειδικό εφέ από το τίποτα και να το κάνει να “αστράφτει” στην οθόνη. Ο μάγος των ψευδαισθήσεων

Τέτοια ήταν η ποιότητα της δουλειάς του Κάρλο Ραμπάλντι που υποχρεώθηκε, από το νόμο, αν αποδείξει τη... γνησιότητα της. Τι εννοώ; Μα την περίφημη δικαστική ιστορία που σημάδεψε την Ιταλική κινηματογραφία το 1971, με αφορμή το υπέροχο θρίλερ μυστηρίου του Λούτσιο Φούλτσι “Una lucertola con la pele di donna” (“Μια σαύρα σε γυναικείο κορμί”) όπου η πρωταγωνίστρια Φλορίντα Μπόλκαν βασανίζεται από φρικτούς εφιάλτες, σ' έναν εκ των οποίων βλέπει γδαρμένα και ξεκοιλιασμένα σκυλιά που εξακολουθούν να γαβγίζουν και να σπαρταρούν.


Ε λοιπόν, ήταν τόσο αληθινό το εφέ που ο Ραμπάλντι έστησε από καουτσούκ και μηχανοκίνητες κλειδώσεις ώστε ένας εισαγγελέας έσυρε ολόκληρο το συνεργείο στα δικαστήρια. Κι εκεί, το εφέ στήθηκε ξανά από τον δημιουργό του, αφήνοντας άφωνη την αίθουσα που σείστηκε από τα χειροκροτήματα – οι δε εφημερίδες “γλέντησαν” με την ανοησία του μικρόνοα νομικού την επόμενη μέρα. Σημειώστε πως από τύχη εκείνη τη περίοδο ο Ραμπάλντι βρισκόταν στην Ιταλία – αν δεν είχε φανεί εγκαίρως, ο σκηνοθέτης θα είχε περάσει τουλάχιστον δυο χρόνια στη φυλακή.

Βλέπετε, ο Ραμπάλντι πλέον μοιράζει το χρόνο του ανάμεσα στην Ιταλία και στην Αμερική. Κάνει θαύματα στα αριστουργηματικά θρίλερ “Σφαγή στο ακρογιάλι της ηδονής” (Μάριο Μπάβα, 1971) και “Βαθύ Κόκκινο” (Ντάριο Αρτζέντο, 1975) και ταυτόχρονα παίζει με μεγάλα χολιγουντιανά παιχνίδια – στη κυριολεξία, καθώς το 1976 στήνει ολάκερο... Κινγκ Κονγκ για το ριμέικ που σκηνοθέτησε ο Τζον Γκίλερμιν το 1976. Η ταινία μπορεί να είναι μέτριας ποιότητας, αυτός όμως κερδίζει ένα Όσκαρ για τα ειδικά εφέ του, κι αμέσως εδραιώνεται στην Αμερικάνικη βιομηχανία θεάματος.

Θα κληθεί να ζωντανέψει τα διάσημα σχέδια του Γκίγκερ για το θρυλικό “Άλιεν, ο επιβάτης του διαστήματος” του Ρίντλεϊ Σκοτ το 1979. Αξέχαστη η δουλειά του, αλλά ο ίδιος θα δηλώσει απογοητευμένος. “Έδωσα στο σκηνοθέτη εκατό δυνατότητες, κι αυτός διάλεξε μονάχα τις είκοσι” συνήθιζε να λέει... Δυο χρονιά πριν όμως, μια άλλη συνεργασία έδειχνε να ευδοκιμεί: αυτή με το, τότε, παιδί-θαύμα του Χόλιγουντ, τον Στίβεν Σπίλμπεργκ, για τον οποίο ο Ραμπάλντι έστησε ένα ολάκερο σύμπαν με αφορμή τη ταινία “Στενές επαφές Τρίτου Τύπου”. “Οι εξωγήινοι μου πάνε” έλεγε. “Τους συμμερίζομαι”. Ίσως γι αυτό η δουλειά του στον “Ε.Τ.” του 1982 έμενε να χαραχτεί στο ασυνείδητο μας, τότε που πιτσιρικάδες γεμίζαμε τις αίθουσες για να δούμε αυτή τη ταινία για την οποία μιλούσε όλος ο κόσμος.

Τι πλάσμα αυτός ο Ε.Τ.! Τόσο εξώκοσμος, κι όμως τόσο κοντά μας, με έναν τρόπο που είναι δύσκολο να εξηγήσει κανείς το “πως” και το “γιατί” - με έναν ανάλογο τρόπο που γινόντουσαν αμέσως συμπαθείς οι φιγούρες που προέκυπταν από την πένα μιας άλλης ιδιοφυίας, του Γουόλτ Ντίσνεϊ. Εκεί που όλοι οι συνάδελφοι του αφοσιώθηκαν αποκλειστικά στη δημιουργία εξωγήινων τεράτων, ο Ραμπάλντι, σε συνεργασία με τον Σπίλμπεργκ, μας έκανε να τα αγαπήσουμε, πρώτα με τις “Επαφές” και μετά με τον “Ε.Τ” - δυο από τις μεγαλύτερες εισπρακτικές επιτυχίες από καταβολής κινηματογράφου. Και σκεφτείτε μονάχα πόσο πιο φτωχές θα ήταν, δίχως τη μαγική έμπνευση του Κάρλο Ραμπάλντι.

Τρία Όσκαρ κέρδισε ο Ραμπάλντι (Κινγκ Κονγκ – 1975, Άλιεν – 1979, Ε.Τ. - 1982), ανοίγοντας από νωρίς το δρόμο προς το Χόλιγουντ για πολλούς ομοεθνείς του (ήταν ο πρώτος Ιταλός τεχνικός που γνώρισε τέτοια επιτυχία δουλεύοντας για το αμερικανικό σινεμά – σκεφτείτε πως ούτε ο Μορικόνε δεν είχε κάνει ακόμα το πέρασμα στην άλλη μεριά του Ατλαντικού!).

Σταμάτησε να εργάζεται το 1988, δηλώνοντας απογοητευμένος από τον εαυτό του (“Οι ιδέες μου έχουν αρχίσει να ξεπερνούν την ηλικία μου” είπε σε μια απο τις τελευταίες συνεντεύξεις του), αφήνοντας έτσι το πεδίο ελεύθερο σε πολλούς από τους αμερικανούς συναδέλφους του (σαν τον Τομ Σαβίνι, τον Ρομπ Μποτίν, τον Ρικ Μπέικερ, τον Γκρεγκ Νικοτέρο και τον Screaming Mad George), δίχως ποτέ να κριτικάρει τη δουλειά τους με οποιοδήποτε τρόπο.

Σήμερα, οι σεκανς των ειδικών εφέ στις ταινίες όπου εργάστηκε αποτελούν μαρτυρίες ενός μεγάλου καλλιτέχνη. Που, όσο λίγοι, αντιλήφτηκε πως το σινεμά είναι η μεγάλη τέχνη της ψευδαίσθησης. Και τέτοιες αφήνει πίσω του. Ψευδαισθήσεις που μέσα μας θα φαντάζουν πιο αληθινές απ' όλα τα ψηφιακά – κι ανύπαρκτα – εφέ της παγκόσμιας φιλμογραφίας. Ciao, Carlo.

Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2012

Αυτοάνοσο.


Ο φυσιολογικός ρόλος του ανοσοποιητικού συστήματος είναι να προστατεύει τον οργανισμό. Όταν όμως κάποιος πάσχει από ένα αυτοάνοσο νόσημα, το ανοσοποιητικό του σύστημα λανθασμένα επιτίθεται εναντίον του ίδιου του σώματός του, στοχεύοντας τα κύτταρα, τους ιστούς και τα όργανά του. Έτσι λένε οι επιστήμονες. Εγώ το φαντάζομαι σαν μια καλά σφιγμένη χύτρα ξεχασμένη σε κάποιο διαμέρισμα για μέρες, μήνες, χρόνια, με το μάτι αναμμένο.

Στο μάτι με βρήκε εμένα, by the way. Ιριδοκυκλίτιδα το λένε και έχει παράξενο effect: βλέπεις εντελώς θολά, και μάλιστα με ένα σκούρο συνεφφάκι στο κέντρο. Ευτυχώς χτύπησε μονάχα το αριστερό η όλη ιστορία, αλλά "αυτοάνοσο"; Φτάσαμε λοιπόν και σ' αυτό το στάδιο. Το στάδιο όπου όλα αυτά που καταπιέζουμε ζητούν τη πληρωμή τους. "Κάτι κάνεις λάθος" μου είπε φιλικά ο γιατρός μου. Χρόνια τώρα.

Καταβροχθίζοντας τον Macaulay Culkin


Λίγα πράγματα σ’ αυτή τη ζωή δείχνουν πιο επώδυνα από τη διαρκή υπενθύμιση των περασμένων σου επιτευγμάτων και της τωρινής ανικανότητας σου να τα επαναλάβεις. Από την εποχή του Μότσαρτ μέχρι σήμερα, ελάχιστα έχουν αλλάξει για τα «παιδιά - θαύματα» της show business που τις περισσότερες περιπτώσεις ακολουθούν μια προδιαγεγραμμένη πορεία που ξεκινά – νωρίς – από τη δόξα και καταλήγει συνήθως στη παρακμή. Σαν τη πορεία του Μακόλει Κάλκιν, που κάποια χρόνια πριν γέμιζε ασφυκτικά τις αίθουσες χάρη στην επιτυχία των ταινιών «Μόνος στο σπίτι» - τότε μιλούσαμε για το πιο πετυχημένο ανήλικα ηθοποιό στη φιλμική ιστορία. Και η αλήθεια είναι πως υπήρξαν μάλλον αρκετοί: θυμηθείτε την Σίρλεϊ Τεμπλ ή τον Μίκι Ρούνεϊ (που πρωτοεμφανίστηκε στη σκηνή σε ηλικία… 15 μηνών) καθώς και τους νεότερους Χάλεϊ Τζόελ Όσμοντ (της «Έκτης Αίσθησης»), ή τον αδικοχαμένο Ρίβερ Φίνιξ.

Μια ματιά στην όντως μεγάλη λίστα (η μηχανή του Χόλιγουντ χρειάζεται διαρκώς λάδωμα βλέπετε), πιστοποιεί κάτι που στον φιλμικό περίγυρο είναι γνωστό: λίγοι από τους ηθοποιούς που ξεκινούν τη καριέρα τους σε μικρή ηλικία έχουν ζήσει αρκετά για να εξελίξουν την περσόνα τους: η Ντρού Μπάριμορ του «Ε.Τ.» έπεσε στα ναρκωτικά από τα έντεκα της χρόνια και χρειάστηκε να βρεθεί αρκετές φορές αντιμέτωπη με το θάνατο μέχρι να βρει τον εαυτό της και να «ισιώσει». Ο Μακόλεϊ Κάλκιν όμως, ειδικά το τελευταίο καιρό, δείχνει να έχει εντελώς παραδοθεί.

Η σαρωτική επιτυχία του «Μόνος στο σπίτι» το 1990 (που απέφερε κέρδη σχεδόν μισού δισεκατομμυρίου δολαρίων) οδήγησε σε ένα σίκουελ που ήταν εξίσου κερδοφόρο και εκτίναξε το όνομα του εννιάχρονου στις ψηλότερες χολυγουντιανές κορυφές. Το σημαντικότερο; Ο Κάλκιν δεν ήταν μόνο ένας πιτσιρίκος που έπαιζε καλά. Έδειχνε να διαθέτει και μια ισχυρή προσωπικότητα, κάτι που οι γονείς του φρόντισαν να χρησιμοποιήσουν όσο γίνεται περισσότερο μετατρέποντας τον σε celebrity. Σκεφτείτε πως στα μέσα της δεκαετίας του 90, η περιουσία του έφτανε τα 25 εκατομμύρια δολάρια. Έτσι, το παιδί μπορούσε τη μια νύχτα να παρουσιάζει το τηλεοπτικό αμερικάνικο σόου “Saturday night live”, και την επόμενη να κάνει guest εμφανίσεις, σταθερά βασισμένος στο celebrity status του, σε αγώνες κατς, που όπως γνωρίζετε, εκτός από άθλημα «στημένο» είναι και εξαιρετικά δημοφιλές στις ΗΠΑ. Που συγχωρούν τα πάντα, εκτός από την αποτυχία.

Γιατί σύντομα οι ταινίες του άρχισαν να κόβουν ολοένα και λιγότερα εισιτήρια, κι ας προσπαθούσαν οι δικοί του να επεκτείνουν τη «γκάμα» του, δίνοντας του τον ρόλο ενός παιδιού με δολοφονικά ένστικτα στο θρίλερ «Ο καλός γιός» του 1993, κι ας προσπαθούσε και ο ίδιος να κρατήσει κάποιες αποστάσεις από την δίψα των παραγωγών για ολοένα και σκληρότερο «άρμεγμα». Γιατί, βλέπετε, ο Κάλκιν είχε αρχίσει να μεγαλώνει. Δεν ήταν πια το χαριτωμένο πιτσιρίκι που οι αμερικάνοι λάτρευαν να χαζεύουν στην οθόνη. Και, σε αντίθεση με άλλους ηθοποιούς που πρόσεξαν τα βήματα τους και έχτισαν τη καριέρα τους πιο μεθοδικά (ποιος θυμάται σήμερα, για παράδειγμα, πως ο Κερτ Ράσελ ξεκίνησε τη καριέρα του ως γλυκούλης πιτσιρικάς σε κωμωδίες της Ντίσνεϊ;) ο Κάλκιν χρεώθηκε σκληρά, είναι η αλήθεια, την αποτυχία του πατέρα του να τον προστατέψει.

Πρόσφατα, ο πατέρας του, ο Κιτ Κάλκιν δήλωσε πως ανησυχεί για την υγεία του γιού του, μετά από ένα πρωτοσέλιδο που τον παρουσίαζε σε άθλια κατάσταση, αποστεωμένο και αδύναμο. Ο πατέρας του έχει έναν λόγο ακόμα να θλίβεται: έχει να μιλήσει στο παιδί του από το 1997, από τότε δηλαδή που ο Μακόλεϊ ένιωσε πως έπρεπε να αποτραβηχτεί από την αρνητική επιρροή ενός ανθρώπου που τον έβλεπε μονάχα «σαν τη χήνα με τα χρυσά αυγά». Η οικογένεια άλλωστε γνώρισε σκληρά πλήγματα τα τελευταία χρόνια - ο ίδιος έχει στη "πλάτη" έναν κακό γάμο που έσβησε το 2000, και τους θανάτους των δυο αδελφών του, ο ένας από υπερβολική δόση, ο άλλος σε δυστύχημα. Για χρόνια τα αμερικάνικα ΜΜΕ στήνουν ολόκληρο ειδησεογραφικό σόου για την «καταραμένη οικογένεια». Και ο ίδιος βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στις παράνομες ουσίες. Ενδιαμέσως, θα βρεθεί στα δικαστήρια, όχι ως κατηγορούμενος,, αλλά ως μάρτυρας υπεράσπισης για τον κολλητό του, τον Μάικλ Τζάκσον – ήταν εκείνα τα χρόνια που ο συγχωρεμένος pop star μετατράπηκε, σε μια νύχτα, από είδωλο σε παιδόφιλο τέρας. Ο Κάλκιν πάντως διακήρυττε ασταμάτητα την αθωότητα του.

Σήμερα, όλοι φοβούνται τα χειρότερα. Οι φωτογραφίες του στο αμερικάνικο έντυπο National Enquire προκαλούν τρόμο και θλίψη, κι ας ωρύονται οι εκπρόσωποι του που χαρακτηρίζουν το δημοσίευμα που τον θέλει να βρίσκεται πολύ κοντά στο θάνατο «γελοίο» και «απολύτως ψευδές». Δυστυχώς, αυτές οι ιστορίες στο Χόλιγουντ έχουν εξαιρετικά προδιαγεγραμμένο φινάλε. Και όχι τιποτ’ άλλο, μετά θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε και τα φρικτά flash-back μιας μερίδας των ΜΜΕ που, ειδικά σε καιρούς κρίσεως, διψάει για αίμα. Ειδικά για αίμα με ανεβασμένη αναγνωσιμότητα. Γιατί πάνω στην αποτυχία των άλλων έρχεται να καυλώσει ο αδικημένος και κομπλεξικός μέσος «εμείς».

Και τα πρώην «παιδιά – θαύματα», που δυστυχώς, ποτέ τους δεν κατάφεραν να αισθανθούν παιδιά όταν έπρεπε (όπως ακριβώς και ο Μάικλ Τζάκσον - ορίστε γιατί αυτά τα δυο "παιδιά" δέθηκαν με μια ισχυρή φιλία), έχουν να πληρώσουν και αυτή την αμαρτία μας.

The Raid: Redemption (2011) ( * * * ½ )


Η υπέροχη ταινία του Γκάρεθ Έβανς απευθύνεται πρώτα απ’ όλα στους θιασώτες των ταινιών πολεμικών τεχνών – και μετά στους γνήσιους κινηματογραφόφιλους, για τους οποίους άλλωστε «δεν υπάρχουν καλά και κακά είδη, μόνο καλές και κακές ταινίες», όπως έγραφε παλαιότερα και ο Βασίλης Ραφαηλίδης με αφορμή τον Σχιζοφρενή Δολοφόνο με το Πριόνι, συμπληρώνοντας πως τα «”κατώτερα είδη” είναι μονάχα για τους αδαείς και τους σνομπ». Τι συμβαίνει όμως εδώ; Όλη η υπόθεση εξελίσσεται σε μια πολυκατοικία που βρίσκεται υπό τον έλεγχο ενός βασιλιά του υπόκοσμου, ασφυκτικά γεμάτη με δολοφόνους, κλέφτες και λογής – λογής απελπισμένους. Μια επίλεκτη ομάδα ειδικών δυνάμεων εισβάλλει για να τους εξοντώσει, είναι όμως λίγοι και με το που μπαίνουν, ο αρχιεγκληματίας υπόσχεται ένα… δωρεάν διαμέρισμα σε αυτούς που θα τους εξοντώσουν!

Πάνω σ΄ αυτό το ιδιοφυιές εύρημα ισορροπεί όλος ο μηχανισμός που κάνει το φιλμ να λειτουργεί. Η απελπισία προδοτεί τη βία και, με το κάλεσμα του "διαχειριστή" ξεκινά μια αιματοχυσία φιλμαρισμένη και ντεκουπαρισμένη με εντυπωσιακή αίσθηση ρυθμού αλλά και αισθητικής χάρης (η οποία και συντελείται, σας το θυμίζω, για ένα δωμάτιο αδειανό...). Και πίσω από την αδιάκοπη δράση, οι προφανείς συμβολισμοί: η πολυκατοικία είναι ολάκερη η Ινδονησία – όπου η Εξουσία υπαγορεύει τα «θέλω» της μέσω των ΜΜΕ ("Αυτά τα monitors είναι όλη μου η ζωή" ουρλιάζει ο μεγαλέμπορας πρέζας όταν τον "μαγκώνουν" μέσα στο αρχηγείο του), διαφθείρει τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα και φυσικά τα εκμεταλλεύεται αναλόγως - ενώ οι δυνάμεις καταστολής, διεφθαρμένες και οι ίδιες, οδηγούν σε βέβαιο θάνατο τους μικρότερους στην ιεραρχεία για προσωπικό τους ώφελος. To ότι ο Έβανς βρίσκει χώρο μέσα σε όλη αυτή τη σφαγή να προσθέσει όχι μονάχα αυτές τις πινελιές αλλά και ένα οικογενειακό δραματάκι, αποτελεί πραγματικό αφηγηματικό άθλο.

Με λίγα λόγια, στο είδος του, το φιλμ είναι απλά τέλειο: οι φίλοι του είδους με δυσκολία θα γλυτώσουν το έμφραγμα, και οι οξυδερκείς σινεφίλ θα κρατήσουν τα καλύτερα που λέγονται με αξιοθαύμαστη καθαρότητα εδώ.

Magic Mike (2012) ( * * * )


Ένα όμορφο γυμνό κορμί προκαλεί δέος. Και το δέος κρύβει μέσα του και κάτι από φόβο. Γιατί τα πρώτα γυμνά κορμιά που είδαμε, τα είδαμε «κρυφά». Σε περιοδικά, σε «απαγορευμένες» ταινίες, χαζεύοντας τα σε κάποια παραλία, ή οπουδήποτε αλλού, πάντοτε όμως μέσα από το πρίσμα της παρανομίας: κάναμε κάτι που η ηλικία μας δεν το «επέτρεπε». Προσωπικά μιλώντας, μεγαλώνοντας σε μια εποχή όπου το internet έμοιαζε με παραπομπή επιστημονικής φαντασίας, οι μνήμες των κλεφτών ματιών σε πικάντικα εξώφυλλα (ποιος θυμάται το προτρεπτικά τιτλοφορούμενο «Διάβασε με!»;) ή στα «ψηλά ράφια» των τότε video club δεν έρχονται ποτέ μόνες: συνοδεύονται πάντοτε από την ανάμνηση αυτής της ηδονιστικής αγωνίας του «πρόσεξε-μη-σε-πιάσουν!». Και κάτι που σε έχει συνοδεύσει σε μια τόσο κρίσιμη ηλικία δε φεύγει ποτέ.

Στο στριπτιτζάδικο όπου εργάζεται ο Magic Mike, ο ήρωας του ομώνυμου φιλμ που σκηνοθέτησε με μεγάλη επιτυχία ο Στίβεν Σόντερμπεργκ, οι θηλυκοί θαμώνες ουρλιάζουν αδιάκοπα, όσο δηλαδή τα ανδρικά κορμιά χορεύουν κουνώντας θεαματικά τη μέση τους, προσομοιώνοντας μια ερωτική πράξη που δε συντελείται ποτέ. Γιατί το στριπτίζ δεν αφορά το σμίξιμο δυο κορμιών, και μάλιστα, ελάχιστη σχέση έχει με τον οποιονδήποτε ερωτισμό. Ο χορευτής (ή η χορεύτρια – κομμένες οι διακρίσεις σε μια εποχή όπου τα πάντα είναι προς πώληση ή, έστω, εκμετάλλευση…), με τις στυλιζαρισμένες χορογραφίες του, τα σκηνικά του βοηθήματα και τη κωμική του διάθεση, μετατρέπει το σώμα του σε «κομμάτι» του σόου, σε μια ατραξιόν του απαγορευμένου, που ερεθίζει μεν, αλλά ερεθίζει μια περιοχή που μόνο εξ αγχιστείας περιλαμβάνει το σεξ. Και μπορεί ο / η στρίπερ να είναι ένας «επαγγελματίας», εγώ όμως, ο πελάτης, έρχομαι πάνω απ’ όλα για την ψευδαίσθηση της εξουσίας που μου προσφέρεται: Πληρώνω και έχω ένα σώμα στη διάθεση μου – έστω στη διάθεση των φαντασιώσεων μου, τις οποίες όμως τώρα μπορώ να ανασκευάσω με μοναδική πιστότητα αφού μπορώ να δω, να μυρίσω και να αγγίξω ένα όμορφο γυμνό κορμί, σαν αυτά που μου προκαλούσαν δέος στην εφηβεία.

Το “Magic Mike” είναι μια ανεξάρτητη παραγωγή υπό τη μορφή κοινωνικής κωμωδίας που αφορά το ανδρικό στριπτίζ, γυρισμένη με λίγα χρήματα (παρά τα γνωστά ονόματα των Μάθιου Μακόναχι και Τσάνινγκ Τάτουμ), που στη κυριολεξία σάρωσε στα αμερικάνικα ταμεία: έκανε πάνω από εκατό εκατομμύρια δολάρια σε εισπράξεις, έχοντας κοστίσει περίπου επτά. Η δράση ουσιαστικά χωρίζεται σε δυο μέρη: αυτά που συμβαίνουν επί σκηνής, κι αυτά που συμβαίνουν στον «έξω κόσμο». Όπου ουσιαστικά παρακολουθούμε την άνοδο και τη πτώση του 19χρονου Mike που εισέρχεται στο χώρο, μαθαίνει τα «κόλπα» και ετοιμάζεται να πιάσει τη καλή. Το ηθικό δίδαγμα που σέρνεται κάτω από τις εικόνες, κάτι παραπάνω από προφανές: όταν «πουλάς» τον ερωτισμό σου, ο αυτοσεβασμός πάει περίπατο. Και το “Magic Mike” υπηρετεί τις, κατά βάθος, απολύτως παραδοσιακές του συμβάσεις, ανανεώνοντας εξόχως μια, ούτως ή άλλως, ψυχαγωγική συνταγή.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες