Κυριακή, 12 Αυγούστου 2012

Carlo Rambaldi (1925 - 2012), ο μπαμπάς του Ε.Τ.


Η απόσταση που χωρίζει τις υπέροχες δημιουργίες του Κάρλο Ραμπάλντι από τα ψηφιακά ειδικά εφέ που έχουν κατακλύσει τις οθόνες του σήμερα, είναι και η διαφορά που χωρίζει την αλήθεια από την αληθοφάνεια. Τα μεν τελευταία είναι όντως θεαματικά και πολύχρωμα, τα πρώτα όμως έχουν ένα μεγάλο ατού – που έχει χαθεί ανεπιστρεπτί από το σινεμά: δεν “μοιάζουν” αληθινά. Είναι αληθινά. Και όσο κι αν ιδρώνουν τα μέτωπα των μισθωμένων nerds που ξημεροβραδιάζονται μπροστά από έναν υπολογιστή, ποτέ τους δεν θ'αγγίξουν τη μαστοριά της αναλογικής, της απτής κατασκευής που, όπως ακριβώς την βλέπεις, μπορείς και να την αισθανθείς.

Γεννημένος στο Βιγκαράνο Μαινάρντα, μια επαρχιακή κωμόπολη λίγα χιλιόμετρα μακριά από τη Μπολόνια, ο Κάρλο Ραμπάλντι επέδειξε από νωρίς την αγάπη του για τις εικαστικές τέχνες αλλά, για να ικανοποιήσει την οικογένεια του, πήρε το πτυχίο του στη Γεωμετρία πριν γίνει δεκτός στη σχολή Καλών Τεχνών της Μπολόνια. Μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, πιάνει αμέσως δουλειά στην, τότε, απορυθμισμένη Ιταλική κινηματογραφική βιομηχανία και εκεί θα αποδείξει αμέσως τις ικανότητες του, σε μια σειρά μικρών ιταλικών ταινιών τρόμου και επιστημονικής φαντασίας. Οι παραγωγοί εντυπωσιάστηκαν, όχι τόσο από τα αποτελέσματα της δουλειάς του, όσο από το πολύ χαμηλό της κόστος: ο Κάρλο Ραμπάλντι μπορούσε να στήσει ένα πειστικό ειδικό εφέ από το τίποτα και να το κάνει να “αστράφτει” στην οθόνη. Ο μάγος των ψευδαισθήσεων

Τέτοια ήταν η ποιότητα της δουλειάς του Κάρλο Ραμπάλντι που υποχρεώθηκε, από το νόμο, αν αποδείξει τη... γνησιότητα της. Τι εννοώ; Μα την περίφημη δικαστική ιστορία που σημάδεψε την Ιταλική κινηματογραφία το 1971, με αφορμή το υπέροχο θρίλερ μυστηρίου του Λούτσιο Φούλτσι “Una lucertola con la pele di donna” (“Μια σαύρα σε γυναικείο κορμί”) όπου η πρωταγωνίστρια Φλορίντα Μπόλκαν βασανίζεται από φρικτούς εφιάλτες, σ' έναν εκ των οποίων βλέπει γδαρμένα και ξεκοιλιασμένα σκυλιά που εξακολουθούν να γαβγίζουν και να σπαρταρούν.


Ε λοιπόν, ήταν τόσο αληθινό το εφέ που ο Ραμπάλντι έστησε από καουτσούκ και μηχανοκίνητες κλειδώσεις ώστε ένας εισαγγελέας έσυρε ολόκληρο το συνεργείο στα δικαστήρια. Κι εκεί, το εφέ στήθηκε ξανά από τον δημιουργό του, αφήνοντας άφωνη την αίθουσα που σείστηκε από τα χειροκροτήματα – οι δε εφημερίδες “γλέντησαν” με την ανοησία του μικρόνοα νομικού την επόμενη μέρα. Σημειώστε πως από τύχη εκείνη τη περίοδο ο Ραμπάλντι βρισκόταν στην Ιταλία – αν δεν είχε φανεί εγκαίρως, ο σκηνοθέτης θα είχε περάσει τουλάχιστον δυο χρόνια στη φυλακή.

Βλέπετε, ο Ραμπάλντι πλέον μοιράζει το χρόνο του ανάμεσα στην Ιταλία και στην Αμερική. Κάνει θαύματα στα αριστουργηματικά θρίλερ “Σφαγή στο ακρογιάλι της ηδονής” (Μάριο Μπάβα, 1971) και “Βαθύ Κόκκινο” (Ντάριο Αρτζέντο, 1975) και ταυτόχρονα παίζει με μεγάλα χολιγουντιανά παιχνίδια – στη κυριολεξία, καθώς το 1976 στήνει ολάκερο... Κινγκ Κονγκ για το ριμέικ που σκηνοθέτησε ο Τζον Γκίλερμιν το 1976. Η ταινία μπορεί να είναι μέτριας ποιότητας, αυτός όμως κερδίζει ένα Όσκαρ για τα ειδικά εφέ του, κι αμέσως εδραιώνεται στην Αμερικάνικη βιομηχανία θεάματος.

Θα κληθεί να ζωντανέψει τα διάσημα σχέδια του Γκίγκερ για το θρυλικό “Άλιεν, ο επιβάτης του διαστήματος” του Ρίντλεϊ Σκοτ το 1979. Αξέχαστη η δουλειά του, αλλά ο ίδιος θα δηλώσει απογοητευμένος. “Έδωσα στο σκηνοθέτη εκατό δυνατότητες, κι αυτός διάλεξε μονάχα τις είκοσι” συνήθιζε να λέει... Δυο χρονιά πριν όμως, μια άλλη συνεργασία έδειχνε να ευδοκιμεί: αυτή με το, τότε, παιδί-θαύμα του Χόλιγουντ, τον Στίβεν Σπίλμπεργκ, για τον οποίο ο Ραμπάλντι έστησε ένα ολάκερο σύμπαν με αφορμή τη ταινία “Στενές επαφές Τρίτου Τύπου”. “Οι εξωγήινοι μου πάνε” έλεγε. “Τους συμμερίζομαι”. Ίσως γι αυτό η δουλειά του στον “Ε.Τ.” του 1982 έμενε να χαραχτεί στο ασυνείδητο μας, τότε που πιτσιρικάδες γεμίζαμε τις αίθουσες για να δούμε αυτή τη ταινία για την οποία μιλούσε όλος ο κόσμος.

Τι πλάσμα αυτός ο Ε.Τ.! Τόσο εξώκοσμος, κι όμως τόσο κοντά μας, με έναν τρόπο που είναι δύσκολο να εξηγήσει κανείς το “πως” και το “γιατί” - με έναν ανάλογο τρόπο που γινόντουσαν αμέσως συμπαθείς οι φιγούρες που προέκυπταν από την πένα μιας άλλης ιδιοφυίας, του Γουόλτ Ντίσνεϊ. Εκεί που όλοι οι συνάδελφοι του αφοσιώθηκαν αποκλειστικά στη δημιουργία εξωγήινων τεράτων, ο Ραμπάλντι, σε συνεργασία με τον Σπίλμπεργκ, μας έκανε να τα αγαπήσουμε, πρώτα με τις “Επαφές” και μετά με τον “Ε.Τ” - δυο από τις μεγαλύτερες εισπρακτικές επιτυχίες από καταβολής κινηματογράφου. Και σκεφτείτε μονάχα πόσο πιο φτωχές θα ήταν, δίχως τη μαγική έμπνευση του Κάρλο Ραμπάλντι.

Τρία Όσκαρ κέρδισε ο Ραμπάλντι (Κινγκ Κονγκ – 1975, Άλιεν – 1979, Ε.Τ. - 1982), ανοίγοντας από νωρίς το δρόμο προς το Χόλιγουντ για πολλούς ομοεθνείς του (ήταν ο πρώτος Ιταλός τεχνικός που γνώρισε τέτοια επιτυχία δουλεύοντας για το αμερικανικό σινεμά – σκεφτείτε πως ούτε ο Μορικόνε δεν είχε κάνει ακόμα το πέρασμα στην άλλη μεριά του Ατλαντικού!).

Σταμάτησε να εργάζεται το 1988, δηλώνοντας απογοητευμένος από τον εαυτό του (“Οι ιδέες μου έχουν αρχίσει να ξεπερνούν την ηλικία μου” είπε σε μια απο τις τελευταίες συνεντεύξεις του), αφήνοντας έτσι το πεδίο ελεύθερο σε πολλούς από τους αμερικανούς συναδέλφους του (σαν τον Τομ Σαβίνι, τον Ρομπ Μποτίν, τον Ρικ Μπέικερ, τον Γκρεγκ Νικοτέρο και τον Screaming Mad George), δίχως ποτέ να κριτικάρει τη δουλειά τους με οποιοδήποτε τρόπο.

Σήμερα, οι σεκανς των ειδικών εφέ στις ταινίες όπου εργάστηκε αποτελούν μαρτυρίες ενός μεγάλου καλλιτέχνη. Που, όσο λίγοι, αντιλήφτηκε πως το σινεμά είναι η μεγάλη τέχνη της ψευδαίσθησης. Και τέτοιες αφήνει πίσω του. Ψευδαισθήσεις που μέσα μας θα φαντάζουν πιο αληθινές απ' όλα τα ψηφιακά – κι ανύπαρκτα – εφέ της παγκόσμιας φιλμογραφίας. Ciao, Carlo.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες