Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

The dictator (2012) ( * * )


Ο Σάσα Μπάρον Κοέν είναι ένας από τους πιο αυθεντικά χαρισματικούς κωμικούς της γενιάς του. Και, αν κρίνω από τις εισπράξεις και τις αμοιβές που έχει τσεπώσει τα τελευταία χρόνια, ένας από τους πιο ξύπνιους. Γιατί, από τη μια, δυναμιτίζει επιτυχώς όλα τα χονδροειδή κλισέ της αμερικάνικης φάρσας επεκτείνοντας θεαματικά τη δυναμική τους, και από την άλλη προσδίδει σε όλα όσα κάνει ένα ιδεολογικό υπόβαθρο που μέχρι τώρα παρέμενε μόλις δυο πόντους κάτω από την επιφάνεια. Κάτι που παύει πλέον να ισχύει με τον «Δικτάτορα» του.

Γιατί μπορεί ο αντισημίτης Borat να "αποκαλύπτει τον αντισημιτισμό και εν γένει το ρατσισμό των άλλων μέσω της υπερβολής του" (η δήλωση είναι του ίδιου του Κόεν) και μπορεί ο gay αυστριακός Bruno (στον οποίο ο ηθοποιός αποκαλούσε… "Φύρερ" τον Μελ Γκίμπσον) να έκανε το ίδιο για την ομοφοβία αλλά τώρα, με το στήσιμο μιας σατιρικής κωμωδίας για έναν σατανικό δικτάτορα της Μέσης Ανατολής δεν μπορούμε πια να μιλάμε για σημειολογικές σημάνσεις. Βεβαίως πρόκειται για σάτιρα και σάτιρα χωρίς σχηματικές καρικατούρες δεν μπορεί να λειτουργήσει – και το εναρκτήριο εικοσάλεπτο της ταινίας είναι τουλάχιστον ξεκαρδιστικό. Δεν σας το κρύβω, γέλασα πολύ με το πρώτο μέρος του Δικτάτορα – γιατί μετά βλέπετε ο ηθοποιός αναγκάζεται να νερώσει το κρασί (και τη σάτιρα) του, καθώς ο Δικτάτορας, διωκόμενος και απελπισμένος, ανακαλύπτει τα καλά της δημοκρατίας όταν ερωτεύεται ακτιβίστρια με κοντό μαλλί (την οποία αποκαλεί διαρκώς «αγοράκι»).

Εξ αγχιστείας, ο Κοέν τα βάζει και με τον Αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, βάζοντας στο στόμα των ηθοποιών του ορισμένες πραγματικά εξωφρενικές ατάκες («αν ζεις έξω από τις ΗΠΑ, πρακτικά είσαι άραβας») ενώ στο φινάλε βγάζει και έναν λόγο για τα κακά του Καπιταλισμού και τα καλά της Δημοκρατίας, λόγο που ο ηθοποιός προσπαθεί να «ανατρέψει» με διαρκή λεκτικά καλαμπούρια. Το αποτέλεσμα όμως, στο φινάλε δεν είναι ούτε τόσο πολιτικά ανορθόδοξο (όπως ευαγγελίζεται), ούτε τόσο ανατρεπτικό – και αυτό γιατί το χιούμορ του παραμένει στρατευμένο. Και αυτό δεν γίνεται να το αγνοήσεις.

Βλέπετε, ο ίδιος ο Κοέν διατείνεται πως μονάχα με σοβαρά θέματα μπορεί κανείς να στήσει μια σάτιρα – και έχει απόλυτο δίκιο. Κι εγώ βλέποντας την ταινία σκεφτόμουν πόσο αστεία και ριζοσπαστική θα ήταν μια ανάλογη σάτιρα της εξωτερικής πολιτικής του Ισραήλ. Ξέρετε, τα κατεχόμενα, οι φρικαλεότητες επί αμάχων και ακτιβιστών απ’ όλο τον κόσμο… υλικό για κωμωδία – δυναμίτη. Ακόμη πιο αστεία θα μπορούσε να ήταν η ολοκληρωτική ανυπαρξία του ΟΗΕ στο ζήτημα της Συρίας για παράδειγμα (στη ταινία ο ΟΗΕ παρουσιάζεται ως ένας οργανισμός με δύναμη και κύρος…) μιας και όλα αυτά είναι θέματα ιδιαιτέρως σοβαρά. Τι λέτε κύριε Κοέν; Όχι και τόσο, ε;

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

Αντίο Jon Lord.




Κατάληψη στη Cinecittà!


Για τους εραστές του κινηματογράφου, πιο μυθικό στούντιο απ’ αυτό της Τσινετσιτά δεν πρέπει να υπάρχει. Εκεί γυρίστηκε η Κλεοπάτρα, εκεί ο Μπεν Χουρ, εκεί γύρισε ο Φεντερίκο Φελίνι όλα τα μυθικά αριστουργήματα του (αφιέρωσε μάλιστα μια ολόκληρη ταινία στην Τσινετσιτά, το «Και το πλοίο φεύγει» του 1982), εκεί γυρίστηκαν ακόμα και οι «Συμμορίες της Νέας Υόρκης» του Μάρτιν Σκορσέζε, όπως και η δημοφιλέστατη τηλεοπτική σειρά “Rome”.

Τα εκατό στρέμματα της Τσινετσιτά στήθηκαν και χτίστηκαν το 1937 μετά από εντολή του Μπενίτο Μουσολίνι, καθαρά για λόγους κυβερνητικής προπαγάνδας, υπό το γενικό σύνθημα «Το σινεμά είναι το πιο ισχυρό όπλο». Οι σύμμαχοι τα βομβάρδισαν κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου και, στη συνέχεια, οι Ιταλοί κινηματογραφιστές, ελεύθεροι πλέον να μιλήσουν για τα πάντα έβαλαν μπρος το Νεορεαλιστικό Κίνημα, γυρίζοντας ταινίες στα απομεινάρια του στούντιο (αλλά και ολόκληρης της Ιταλίας), βοηθώντας σιγά – σιγά στην ανοικοδόμηση του.

Πριν από λίγα χρόνια, το 2007, μια μεγάλη πυρκαγιά τύλιξε στις φλόγες μεγάλο κομμάτι του: η φωτιά κατέστρεψε ένα υπόστεγο εμβαδού 2.000 τετραγωνικών μέτρων, όπου φυλάσσονταν διάφορα σκηνικά για τα γυρίσματα της σειράς «Ρώμη» - σημειώθηκαν σημαντικές ζημιές, αλλά ευτυχώς δεν υπήρξαν ούτε θύματα ούτε τραυματίες. Εκείνη τη βραδιά λένε πως οι φλόγες έφταναν σε ύψος μέχρι και τα 40 μέτρα.

Σήμερα όμως, στο «εργοστάσιο ονείρων» της Ρώμης λαμβάνει χώρα ένα άλλο δράμα: οι εργαζόμενοι της εταιρίας εδώ και κάποιες μέρες έχουν καταλάβει μεγάλο μέρος του. Κάποιοι εξ αυτών κάνουν απεργία πείνας. «Και ο Τζιάνι Αλεμάνο, ο φασίστας Δήμαρχος της Ρώμης, προσπαθεί να καλύψει όπως – όπως το γεγονός. Δεν έχει κάνει μέχρι τώρα ούτε μια ανακοίνωση ενώ τα τηλέφωνα του παραμένουν κλειστά στους εκπροσώπους του ξένου τύπου που τον αναζητούν για μια δήλωση» μου αποκρίνεται στο τηλέφωνο ο καλός φίλος και συνάδελφος Pierpaolo Festa, αρχισυντάκτης της έγκριτης ιστοσελίδας www.film.it. Προσπαθώ κι εγώ να τον βρω – μάταιος κόπος.

Γιατί όμως απεργούν οι εργαζόμενοι στο στούντιο; Όλα ξεκινούν από μια υποτιθέμενη μελέτη που θέλει να μετατρέψει την Τσινέτσιτά σε… λούνα παρκ. Από αυτά τα μεγάλα, ξέρετε, τα Ευρωπαϊκά. Ανάμεσα στις παιχνιδιάρικες ατραξιόν – όλες σινεφιλικού ενδιαφέροντος – θα φιγουράρουν διάφορα πολυτελή ξενοδοχεία αλλά και spa, σε μια επένδυση κόστος περίπου 70 εκατομμυρίων ευρώ. Κανείς από τους υπεύθυνους δεν έχει διαψεύσει τα σχέδια για «ανοικοδόμηση». Πρόκειται για τον διαμελισμό της Τσινετσιτά, της γνωστότερης ευρωπαϊκής κινηματογραφικής βιομηχανίας, που στην δεκαετία του ‘50 όλοι αποκαλούσαν το Χόλιγουντ του Τίβερη» ακούγεται από τους εργαζόμενους. «Εδώ είναι ο χώρος απ’ όπου πέρασαν οι θρύλοι του ιταλικού και του παγκόσμιου σινεμά. Από εδώ πέρασε ο Τσαρλτον Ίστον, από εδώ και ο Παζολίνι. Τώρα όλα θα χαθούν…» λένε, και ζητούν την παρέμβαση του ιταλικού δημοσίου. Σκεφτείτε πως για να τραβήξουν τη προσοχή του κόσμου, οι τεχνικοί του στούντιο οργάνωσαν… ψεύτικη χιονόπτωση έξω από το Κολοσσαίο.

Στο μεταξύ, οι πιο φημισμένοι κινηματογραφιστές της χώρας (ανάμεσα τους, ο Μπερνάντο Μπερτολούτσι και ο Τζιουζέπε Τορνατότε) έχουν ήδη βάλει τις υπογραφές τους σε μια ανοιχτή επιστολή προς τον Πρόεδρο της χώρας – με την υποστήριξη του Κώστα Γαβρά, του βρετανού Κεν Λόουτς, του γάλλου Κλοντ Λελούς αλλά και της Βανέσα Ρεντγκρέιβ. «Όχι στη τσιμεντοποίηση!» είναι ένα από τα συνθήματα που επικρατούν και τα βιντεάκια στο Youtube ολοένα και πληθαίνουν. Το ζήτημα όμως είναι και πολιτιστικό αλλά και ιδιωτικό: τα στούντιο δεν ανήκουν πια στο κράτος. Δεν είναι καν στούντιο: είναι εταιρία με την ονομασία “Cinecitta Studios Spa” – το ποσοστό που αντιστοιχεί στη Πολιτεία δεν ξεπερνάει το 20%. Αβεβαιότητα και δω.

Φράγκα εναντίον Πολιτισμού. Guess who's winning.



Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2012

The Amazing Spiderman (2012) ( * * ½ )


Πάντα θα υπάρχει χώρος για ένα νέο Spiderman. Και αυτό γιατί θα παραμένει ο αγαπημένος ήρωας των εφήβων μιας και είναι έφηβος και ο ίδιος. Και ο Spiderman ήρθε για να αντιμετωπίσει κάθε φόβο που συναντήσαμε στο γυμνάσιο (στο άχαρο αυτό μεταβατικό στάδιο που ενώνει την παιδικότητα με την ενηλικίωση) με τον πιο αποφασιστικό τρόπο: κατατροπώνοντας τους «νταήδες» που τον καταπίεζαν και κατακτώντας το πιο όμορφο κορίτσι του σχολείου. Μπορεί να γελάτε μερικοί από εσάς τώρα που διαβάζετε αυτές τις γραμμές, πιστέψτε με όμως, αυτά για έναν (αιώνιο) έφηβο είναι πολύ σοβαρά ζητήματα.

Αστεία από την άλλη είναι η απόφαση των παραγωγών να κάνουν το λεγόμενο “reboot” στο χαρακτήρα μόλις… πέντε χρόνια μετά το τελευταίο σίκουελ της σειράς που ξεκίνησε το 2002 ο Σαμ Ρέιμι. Ας το παραδεχτούμε (λες και δε βγάζει μάτι): αυτή εδώ είναι μια ταινία που γεννήθηκε σε ένα στρογγυλό τραπέζι όπου στρώθηκε μια ομάδα από κοιλαράδες executives προς αναζήτηση φρέσκου χρήματος. Για φρέσκες ιδέες ουδείς λόγος – και γιατί άλλωστε; Το είπαμε και στην αρχή, το εφηβικό κοινό είναι ικανότατο να καταβροχθίζει έναν Spiderman κάθε πέντε χρόνια και τα ταμεία το αποδεικνύουν: Μέσα σε πέντε μέρες το φιλμ μάζεψε 350 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως – 120 εκατομμύρια παραπάνω απ’ όσα κόστισε δηλαδή. Τι το διαφορετικό έχει λοιπόν αυτό εδώ το φιλμ; Εμμ… όχι πολλά είναι η αλήθεια.

Οι διαφορές βρίσκονται στις λεπτομέρειες: το φιλμ έχει ένα νέο πρωταγωνιστή, τον Άντριου Γκάρφιλντ. Και είναι εξαιρετικός, γιατί δείχνει να κατανοεί πλήρως την άγουρη δυναμική του ήρωα που ενσαρκώνει ενώ ταυτόχρονα έχει και το γωνιώδες physique ενός χολιγουντιανού αστέρα (κάτι στο οποίο ο Τόμπεϊ Μαγκουάιερ μάλλον υστερούσε). Δεύτερη διαφορά, το στυλ που είναι ελαφρώς πιο ρεαλιστικό (τα πιο εντυπωσιακά stunts γίνονται τη νύχτα), οι pop πινελιές έχουν τις δικές τους αναφορές, ενώ τα ειδικά εφέ παραπέμπουν λιγότερο σε καρτούν.

Κάτω από όλα αυτά όμως, υπάρχει και ο ήρωας. Δίχως τα ακραία συμπλεγματικά θέματα ενός Batman, δίχως την άκαμπτη ηθική ενός Superman και δίχως έναν βοηθό ή έναν προστάτη, ελαφρώς ατσούμπαλος και γκαφατζής, πάντοτε όμως καλοπροαίρετος, ακόμη κι όταν κάνει λάθος. Και το περιθώριο αυτό, το περιθώριο του σφάλματος, είναι που τον κάνει τόσο αγαπητό. Πόσο αστείο λοιπόν, που αυτή η ποιότητα του στοιχειοθετείται σε ένα προσεκτικό κατασκεύασμα, φινιρισμένο και αλφαδιασμένο μέχρι τη τελευταία λεπτομέρεια, τόσο ξεκομμένο όμως από τη γνήσια φύση του ήρωα του.

Ευτυχώς που υπάρχει και ο Κρίστοφερ Νόλαν.

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

Ernest Borgnine (1917- 2012)



Γουόλτερ Ματάου. Κλάους Κίνσκι. Ζαν Πολ Μπελμοντό. Ρόμπερτ Μίτσαμ. Έρνεστ Μπόργκνάιν. Τι ενώνει αυτές τις εξέχουσες προσωπικότητες; Μα όλοι τους έκαναν καριέρα βασισμένοι στη σκατόφατσα τους. Στ’ αλήθεια τωρα, πείτε μου, ποια μούρη θα μπορούσε να συγκριθεί μ’ αυτή του Ματάου; Όταν κοιτάζει στωικά τον Τζακ Λεμον στο The Odd Couple, στο πρόσωπο του δε συσπάται μυς, αλλά και μόνο που τον βλέπεις, πεθαίνεις στο γέλιο – και με την ίδια φάτσα σοβαρεύεσαι αμέσως στο υπέροχο Taking of Pelham One Two Three (ποιος θυμάται σήμερα το άθλιο ριμέικ;). Πολλοί επίσης αποκαλούσαν εκείνα τα χρόνια τον Μπελμοντό «γοητευτικό άσχημο» – χαρακτηρισμός που όντως του ταίριαζε: όμορφο δεν τον λες, κι όμως δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω του. Το χάρισμα είναι χάρισμα. Ή το’ χεις, ή δεν το’ χεις.

Σήμερα αυτές οι φάτσες έχουν από καιρό εξαφανιστεί. Δε λέω, ωραιότατος ηθοποιός ο Μπραντ Πιτ, και τολμηρές οι επιλογές του, ακόμα καλύτερος ο Τζορτζ Κλούνεϊ, και εξίσου ικανός κινηματογραφιστής, ταλαντούχος και ιδιαιτέρως εύκαμπτος ο Τομ Κρουζ, ανεξαρτήτως κουτσομπολίστικης μανούρας. Μια χαρά είναι όλοι τους. Τι τα θες όμως που για να καθιερωθείς ως σταρ πρέπει να είσαι κούκλος! Αν ο Ματάου ή ο Μπελμοντό ξεκινούσαν σήμερα, δε θα έφταναν ούτε μέχρι την εξώπορτα των στούντιο! Και σιγά μην έκανε καριέρα ένας τύπος με τα χαρακτηριστικά του Έρνεστ Μπόργκνάιν που έφυγε σήμερα στα 95 του χρόνια.

Γεννημένος το 1917 από γονείς μετανάστες (το πραγματικό του επώνυμο ήταν Μποργκνίνο – καθότι Ιταλός!), ο Μπρόγκνάιν κατατάχτηκε στο πολεμικό ναυτικό το 1935 και εκεί υπηρέτησε για δέκα περίπου χρόνια – έφυγε φορτωμένος με μετάλλια, χαρακτηριστικά της ανδρείας που επέδειξε στο πεδίο της μάχης, πλήρως αποφασισμένος για κάτι εντελώς διαφορετικός. «Δεν ήθελα τίποτα που να μου θυμίζει, έστω και αμυδρά το τι πέρασα στο Β’ Παγκόσμιο. Δεν θες να θυμάσαι τι σημαίνει Πόλεμος μετά από μια τέτοια εμπειρία. Καθόμουν για μήνες μέχρι που συνειδητοποίησα πως μια καριέρα ηθοποιού είναι αυτό που μου ταιριάζει περισσότερο. Δέκα χρόνια μετά, η Γκρέις Κέλι μου έδινε το πρώτο μου Όσκαρ!».

Ήταν το 1955 όταν, μετά από μια σειρά β’ ρόλων ως «κακός» σε ταινίες όπως το «Τζόνι Κιτάρ» και το «Όσο υπάρχουν άνθρωποι», ο Έρνεστ Μπρόγκνάιν κέρδιζε το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου για την ερμηνεία του στο Μάρτι, ενός καλοκάγαθου χασάπη που υπερνικά την επιρροή της τυραννικής του μητέρας και διεκδικεί τη γυναίκα που αγαπά. Τρυφερό φιλμ, τρυφερή και η ερμηνεία του – τη βλέπεις σήμερα και έχει ακόμη εκείνη τη παλιά δύναμη, Ακολούθησε μια καριέρα με άπειρες εμφανίσεις στο σινεμά και στη τηλεόραση απ’ όπου ξεχωρίζουν αυτές στο «Και οι δώδεκα ήταν καθάρματα» (1967), «Άγρια Συμμορία» (1969). «Το ναυάγιο του Ποσειδώνα» (1972), «Απόδραση από τη Νέα Υόρκη» (1981), «Γκάτακα» (1997) και στο σπονδυλωτό «11'09"01 September 11». Εκεί, σε σκετσάκι σκηνοθεσίας Σον Πεν, στο ρόλο ενός ηλικιωμένου που, τη μέρα του τρομοκρατικού κτυπήματος, χαμογελά βλέποντας τα λουλούδια του να ανθίζουν, βλέπεις πια ξεκάθαρα το φως πίσω από τα αιχμηρά χαρακτηριστικά του. Ο Μπόργκνάιν ήταν από εκείνους τους φιλμικούς «σκληρούς» βλέπετε. Εκείνους που μας λείπουν.


Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

Και ξαφνικά, μια ερώτηση.


- Μπαμπά, θα μ' αγαπάθ για πάντα;

- Εννοείται μικρή μου, εννοείται πως θα σ' αγαπώ για πάντα.

- Ωραία. Δε θα παθ ποτέ θτον ουρανό, ε;

- ......


(Προχθές το βράδυ. Όταν συνήλθα από το ερώτημα, της υποσχέθηκα
πως δε θα φύγω ποτέ. "Λάθος" σύμφωνα με τη μαμά της. Μα πως να 
ξεστομίσω στο παιδί κάτι που δεν έχω αποδεχτεί εγώ ο ίδιος;)


Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2012

Μεγαλώνοντας στο Άλφαβιλ


Στο Άλφαβιλ πρωτομπήκα σε ηλικία 15 ετών για να παρακολουθήσω μια μεταμεσονύχτια προβολή του Profondo Rosso του Ντάριο Αρτζέντο. Ο ελληνικός τίτλος ήταν «Σχιζοφρένεια», θυμάμαι, και η κόπια ρετάλι. Δεν με ένοιαζε βέβαια – είχα μάθει απέξω την ταινία στην πετσοκομμένη VHS εκδοχή της – και όταν το σινεμασκόπ κάδρο της ξεδιπλώθηκε μπροστά στα μάτια μου, κόντεψα να πάθω έμφραγμα. Τότε δεν ήξερα πως το «Άλφαβιλ» παρέπεμπε στην ομώνυμη ταινία του Γκοντάρ. Δεν ήξερα και πολλά από κινηματογράφο. Tίποτα δεν ήξερα. Μόνο τον Αρτζέντο ήξερα και όλη την «παλιοσειρά». Τον Μπάβα, το Φούλτσι, ξέρετε… Κι όμως, παρά τις λιγοστές μου γνώσεις, το Άλφαβιλ έμοιαζε στα μάτια μου με πραγματικό ναό του σινεμά.

Κατ’ αρχάς, με το που έμπαινες ένιωθες μέλος μιας ιδιαίτερης κοινότητας, μιας ομάδας με κοινές ανησυχίες, κοινές αγάπες. Μόνο εκεί μπορούσαμε να δούμε τις ταινίες που θέλαμε, καθώς σε όλες τις άλλες αίθουσες πρωταγωνιστούσαν διαρκώς τα ίδια και τα ίδια, οι νέες κυκλοφορίες που δεν μας αφορούσαν και πολύ. Ήταν σαν να μπεκρουλιάζεις την εποχή της ποτοαπαγόρευσης. Μετά από τρεις-τέσσερις βραδιές εκεί, ήξερες τις φάτσες που θα συναντούσες. Και ήταν όμορφα. Τελικά, ανακάλυψα και τον Γκοντάρ. Και τον Ουέλς. Και τον Παζολίνι, το Φελίνι, τον Μπέργκμαν, τον Πολ Μορισέι, τον Ουμπέρτο Λένζι, το Λουκίνο Βισκόντι...

Ε, κάποια στιγμή, ακόμη κι αυτές οι γνωστές φάτσες που προανέφερα, εξαφανίσθηκαν. Πάει λίγος καιρός που το Άλφαβιλ δεν είναι πια μαζί μας. Και, ξέρετε, θα προτιμούσα να έχω το Άλφαβιλ παρά τον υπόλοιπο πλανήτη. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στον Πειραιά, όπου πέντε-έξι αίθουσες έπαιζαν όλες κι όλες. Το Παλάς, το Σπλέντιτ, το Κάπιτολ, το Ολύμπιον, η Τερψιθέα, ο Απόλλωνας και η Ζέα. (Τώρα δεν υπάρχει καμιά από αυτές, αλλά αυτό είναι από άλλο ανέκδοτο). Όλες ακολουθούσαν τη «γραμμή» ενός γραφείου διανομής και, φυσικά, δεν υπήρχε χώρος για κάτι πιο «δύσκολο», πιο ιδιαίτερο. Αν ήσουν κινηματογραφόφιλος λοιπόν, έπρεπε να τραβηχτείς στην Αθήνα για να δεις κάτι πέρα από το μέσο όρο. Ξεκινώντας από εκεί, με συναγωνιστές μου, μια ομάδα συμμαθητών από το φροντιστήριο αγγλικών που ήταν αρκετά μεγαλύτεροι μου, είδα στο πανί του Άλφαβιλ εικόνες ασύλληπτες για την εφηβική μου φαντασία. Και αισθανόμουν τεράστια ευγνωμοσύνη για τους Στεργιάκηδες, την οικογένεια που λειτουργούσε τον κινηματογράφο! Ίσως γι’ αυτό να πικράθηκα τόσο όταν, είκοσι περίπου χρόνια μετά, με ενημέρωσαν πως είχε έρθει πια η ώρα του –λες και μου το χρωστούσαν, λες και έπρεπε να το κρατήσουν πάση θυσία ανοικτό για να μην έχω κι άλλα μνημεία αναμνήσεων να θρηνώ. Ή, ακόμη χειρότερα, για να μη νιώθω υπεύθυνος για το χαμό του. Και αν αυτό μοιάζει «ρετρό νοσταλγία» σε κάποιους κυνικούς μπάσταρδους, εκεί έξω, σας έχω χεσμένους από πάνω μέχρι κάτω.

Η αλήθεια όμως είναι ότι το Άλφαβιλ έκλεισε γιατί ο κόσμος έπαψε να το επισκέφτεται. Σπανίως το έβλεπα μισογεμάτο τα τελευταία χρόνια της λειτουργίας του. Οι εποχές που μια ταινία μπορούσε να κάνει εισιτήρια εκεί και μόνον εκεί (το παράδειγμα του Ηνίοχου του Δαμιανού, από τα πιο φημισμένα) είχαν περάσει για τα καλά. Γιατί; Δεν έχω ιδέα. Ίσως επειδή αυτές οι σπάνιες και δυσεύρετες ταινίες κυκλοφορούν σε dvd και δεν χρειάζεται πλέον να τραβιέσαι. Ίσως επειδή, όσο περνά ο χρόνος, οι πισινοί φαρδαίνουν, ίσως επειδή η συλλογικότητα, σε αυτή τη χώρα τουλάχιστον, ψυχορραγεί και σπαρταράει στον τάφο, σαν την Κατριόνα Μακ Κολ στο φέρετρο του «Τα Ζόμπι Ξανάρχονται» του Φούλτσι (σε διανομή του Ζήνου Παναγιωτίδη). Η αλήθεια είναι πως νιώθω στεναχωρημένος και εντελώς ανίκανος.

Τέλος πάντων, υπάρχει μια ατάκα στο ομώνυμο φιλμ του Γκοντάρ. Τη λέει ο καθηγητής Φον Μπράουν στο Λέμι Κόσιον: «δεν υπάρχουν άντρες σαν κι εσένα πια. Σύντομα θα χαθείς κι εσύ. Θα καταντήσεις χειρότερος από νεκρός. Θα καταντήσεις θρύλος».

Δημοσιεύτηκε ένα μήνα μετά το κλείσιμο του κινηματογράφου στο περιοδικό Velvet.
Αφιερωμένο εξαιρετικά στους φίλους εκείνης της εποχής, και στη μνήμη του Βαγγέλη Κοτρώνη.

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

Συγγραφικές υπογραφές, σώβρακα και φανέλες


Στην Ελλάδα, έχουμε λίγο - πολύ συνηθίσει να αντιμετωπίζουμε τα πάντα με ποδοσφαιρικούς όρους, κάτι που κατά τον Βασίλη Ραφαηλίδη (του οποίου ο πολιτικός λόγος είναι αβάσταχτα απών σήμερα) αποτελούσε - και εξακολουθεί να αποτελεί, λέω εγώ - το πλέον εμβληματικό παράδειγμα της παρακμής αυτής της χώρας που συγκροτήθηκε ατάκτως και έμαθε πρώτα να αναστενάζει ("στα γήπεδα" βεβαίως) και μετά να συλλαβίζει. Ο χώρος του γηπέδου θα παραμένει το σημείο G της κοινωνικής εκτόνωσης, και αυτό το έχουν αναλύσει τόσοι σπουδαίοι που εγώ, όσο και να σφιχτώ δεν θα έχω κάτι να προσθέσω παρά μόνο τη φτηνιάρικη σεξουαλική παρομοίωση που μόλις διαβάσατε (συγχωρέστε με, είμαι ακόμη στο πρώτο καφέ). Αυτό που πάντα θα με εντυπωσιάζει όμως είναι η ευκολία με την οποία οι προασπιστές των "γραμμάτων" είναι έτοιμοι να υποβιβάσουν τις υπογραφές τους σε σώβρακα και φανέλες (ή να τις προαγάγουν - αναλόγως με την εκτίμηση που έχετε απέναντι τους).

Απεχθάνομαι τον γηπεδικό χουλιγκανισμό με τo ίδιο μένος που απεχθάνομαι τον πολιτικό. Από μικρός θεωρούσα το γηπεδικό οπαδιλίκι υποτιμητικό για τον οποιοδήποτε, και αναλόγως έκρινα και το κομματικό: με έπιανε κατάθλιψη με αυτό που αποκαλούμε "κομματικές νεολαίες". Σκεφτόμουν πως η συμμετοχή σ' αυτές οδηγούσε απ' ευθείας στη συντήρηση. Σήμερα, ως νεολαίος 36 ετών, τα ίδια σκέφτομαι και κουβαλώ, κι ας πικάρω ενίοτε τους γάβρους κολλητούς μου με χοντρά αστειάκια, από αυτά που οι φίλοι συνηθίζουν (στο ιδανικό σινεφιλικό σύμπαν μου, "γάβρους" θα αποκαλούσαν μόνο τους οπαδούς του Κώστα Γαβρά). Για μένα, καλλιτέχνης και πολιτικός ειναι σχέση διαστροφική - εκτός κι αν φέρεσαι ως καλλιτέχνης και στην πολιτική. Εδώ πλέον συμβαίνει το αντίστροφο!

Γιατί μονάχα στη θλιβερή Ελλάδα θα μπορούσαν αυτά τα δυο (η κομματική υποταγή και η γηπεδική αλητεία) να φωλιάσουν στο συγγραφικό κόσμο, επωαζόμενα μεν στην αρένα του facebook (που οι Έλληνες συγγραφείς, αποδεδειγμένα πλέον, αδυνατούν να χειριστούν) αλλά και ουσιαστικά αποδεικτικά στοιχεία μιας πρωτοφανούς ελλείψεως γνήσιας ευαισθησίας (καλλιτεχνικής ή προσωπικής, ελάχιστη σημασία έχει πλέον) που σε οδηγεί στην τελική θλιβερή διαπίστωση: Δεν έχουμε μόνο τους πολιτικούς που μας αξίζουν, αλλά και τους συγγραφείς - πολιτικούς που μας αξίζουν - κατηγορία που σου προκαλεί κατάθλιψη έτσι που τους βλέπεις να χυδαιολογούν - μα και να βιαιοπραγούν! - με αυτοσυγκράτηση και ευαισθησία γνήσιου νεοέλληνα κάφρου.

(Φυσικά, αυτοί που εξακολουθούν να σέβονται και το έργο τους, αλλά και τη ζωή τους, είτε "εκτιθέμενοι" στο fb, είτε όχι, αποτελούν τις εξαιρέσεις. Τους γνωρίζω, τους γνωρίζετε. Και πριν τ΄ακούσω, να προσθέσω πως, βεβαίως, έχουμε και τους κριτικούς που μας αξίζουν, αλλά αυτό αφορά κάποιο άλλο μελλοντικό κείμενο).

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012

Ιnsidious (2010) ( * * * )



Η πρώτη ταινία τρόμου που είδα ήταν ο «Αόρατος Άνθρωπος» του Τζέιμς Γουέιλ. Μια Παρασκευή, νομίζω, στην κινηματογραφική λέσχη του Γιάννη Μπακογιαννόπουλου στην ΕΡΤ. Πολύ μικρός. Περίπου έξι ετών. Θυμάμαι επίσης ότι την είδα μισή. Δεν αναφέρομαι όμως στη διάρκεια – αναφέρομαι στο κάδρο. Έτσι όπως είχα στριμωχτεί πίσω από μια πόρτα, έβλεπα μόνο το μισό και ξεμυτούσα όσο χρειαζόταν για να μπορέσω να παρακολουθώ ένα μέρος από τα τεκταινόμενα. Φυσικά, όποτε εμφανιζόταν κάποιο χοροπηδηχτό αδειανό πουκάμισο, κρυβόμουν αμέσως πίσω της και περίμενα να κοπάσει ο θόρυβος – που και που τολμούσα να κοιτάξω κατάματα την τηλεόραση αλλά αυτό δεν κρατούσε περισσότερο από κλάσματα του δευτερολέπτου. Νομίζω πως η προβολή αυτή όρισε, κατά κάποιο τρόπο τη ζωή μου. Το γιατί, θα μου το εξηγούσε σε μια του δήλωση, ένας υπέροχος Ιταλός σχιζοφρενής: «Δεν υπάρχει πιο ανακουφιστικό συναίσθημα από αυτό του τρόμου στο σινεμά. Η καλύτερη μου ευχή, είναι να το αισθανθείτε χίλιες φορές!».

Δεν είναι δικό μου αυτό, το έλεγε ο Λούτσιο Φούλτσι και είχε απόλυτο δίκιο: υπάρχει μια σιωπηλή συμφωνία ανάμεσα στον θεατή και τον σκηνοθέτη κάθε «ταγμένης» ταινίας (κι όταν λέω «ταγμένη» εννοώ αυτήν που υπηρετεί με καθαρότητα ένα συγκεκριμένο φιλμικό είδος). Ο θεατής των ταινιών τρόμου ή, αν προτιμάτε, του Φανταστικού, αποτελεί και μια ξεχωριστή κατηγορία, για πολλούς λόγους. Ο βασικότερος: είναι πρόθυμος να αγνοήσει κάθε défaut τους, αρκεί αυτές να τον τρομάξουν. Εκεί που το κοινό των Φεστιβάλ, ας πούμε, αναζητά το μοναδικό ελάττωμα μιας ταινίας για να μπορέσει να την κράξει, οι φίλου του Φανταστικού, αναζητούν το μοναδικό της προτέρημα για να την αποθεώσουν.

Το Insidious του Τζέιμς Γουάν ξεκινάει με τσιρίδες εγχόρδων από τα ζενερίκ (που είναι πάρα πολύ απλά: εμφανίζεται μονάχα ο τίτλος και αυτό είναι όλο) και ο λόγος είναι απλούστατος. Με αυτό τον τρόπο κλείνει εξ αρχής το μάτι στον θεατή προετοιμάζοντας τον για τα πολλαπλά σοκ που θα ακολουθήσουν. Δεν παριστάνει δηλαδή τίποτα περισσότερο από αυτό που είναι: ένα thrill ride, μια καλοκουρδισμένη μηχανή με σκοπό να προσφέρει απλόχερα ανατριχίλες. Και, ως τέτοια μηχανή, λειτουργεί στην εντέλεια. Να σας το γράψω πιο απλά: χέστηκα πάνω μου.

Το μοτίβο συνηθισμένο και πολυφορεμένο: μεσοαστική οικογένεια μετακομίζει και, στο νέο σπίτι, αρχίζουν να τους συμβαίνουν διάφορα παράξενα, μέχρι που ο μικρός γιός τους πέφτει σε κώμα. Εδώ μπαίνουν τα μέντιουμ, οι τελετές, τα πνεύματα και τα μεταφυσικά φαινόμενα. Πράγματα δηλαδή που, στον έξω κόσμο, οι περισσότεροι από εμάς δεν παίρνουμε και τόσο στα σοβαρά. Εδώ είναι όμως που απαιτείται η σκηνοθετική μαστοριά, το άγρυπνο μάτι ενός κινηματογραφιστή που θα καταφέρει να μας βυθίσει σε ένα απειλητικό σύμπαν όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν και, ως εκ τούτου, να θέσουμε τον εαυτό μας ανυπεράσπιστο απέναντι στις κακές του προθέσεις. Μια μαζοχιστική διάθεση που ξεκινά με γαργάλημα και προοδευτικά καταλήγει στο μαρτύριο. Μαρτύριο όμως άκρως ανακουφιστικό, όπως αναφέραμε στην αρχή αυτού του κειμένου.

Και είναι υπέροχο που υπάρχουν και σήμερα ταινίες σαν το Insidious. Που βάζουν στην άκρη το φτηνό gore και την λογική της εμετικής αποστροφής (όχι ότι έχουμε πρόβλημα με αυτήν όταν χρησιμοποιείται με καλλιτεχνική μαστοριά) και κάνουν θεατές, σαν κι εμένα, να νιώσουν πάλι σαν εκείνο το εξάχρονο που έκρυβε το βλέμμα του πίσω από μια πόρτα για να προστατευτεί από τα σοκ. Κι ας μην είναι όλες οι ερμηνείες συντονισμένες, κι ας υπάρχει μια έκδηλη ανισότητα ανάμεσα στο πρώτο ατμοσφαιρικό και το δεύτερο πλήρως οργιαστικό κομμάτι του φιλμ, κι ας υπάρχει ένα κάποιο ποσοστό «τηλεγραφημένων» jump-scares. Από τη στιγμή που ένιωσα αυτό το γνώριμο γλυκό βάσανο, του συγχωρώ τα πάντα.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες