Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2011

Melancholia (2011) ( * * * * )


Μελαγχολία. Ελληνικότατη λέξη. Πρωτοακούστηκε τον 5ο αιώνα από τον Ιπποκράτη για τη «μέλαινα» (δηλαδή «κατάμαυρη») «χολή» που εκλύει το συκώτι – θα έπρεπε όμως να περάσουν άλλοι εννέα αιώνες μέχρι οι επιστήμονες να αναφερθούν σ’ αυτήν ως ψυχική ασθένεια λες και η εξέλιξη μας σαν "είδος" ήταν τέτοια... που η χολή κατέληξε να στάζει στη ψυχή μας. Ο Ρόμπερτ Μπάρτον ήταν αυτός που, με την «Ανατομία της Μελαγχολίας» (που εξέδωσε το 1621) μίλησε καθαρά για το δυϊσμό της: από τη μια, έγραψε, μιλάμε για την επιτομή της παράνοιας, από την άλλη όμως και για διανοητική υπεροχή, για μια σπάνια καλλιτεχνική ευαισθησία.

Σαν να μιλούσε για… τον ίδιο το Τρίερ. Τόσες και τόσες εξίσου «κατάμαυρες» ταινίες έχει σκαρώσει ο τρομερός αυτός Δανός, που καιρός ήταν να βαφτίσει μία εξ αυτών «Melancholia». Γιατί, προφανώς, ο τίτλος της υπέροχης νέας δουλειάς του δεν αφορά μονάχα τη μελαγχολία των ηρωίδων αλλά και τη δική του. Από την πρώτη ονειρική σεκάνς μέχρι την τελευταία, η οθόνη πλημμυρίζει με εικόνες μοναδικής εικαστικής ομορφιάς: κάδρα ρομαντικά, εξπρεσιονιστικά, συνοδευόμενα από το μουσικό θέμα που ο Βάγκνερ έγραψε για το «Τριστάνος και Ιζόλδη», κάδρα που απεικονίζουν, μεταξύ άλλων, και το τέλος του κόσμου. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Του Τέλους μέσα από τα μάτια δυο γυναικών – δηλαδή μίας. Οκ, σας μπέρδεψα. Το πιάνω απλά και από την αρχή.

Η ταινία χωρίζεται σε δυο μέρη, δυο κεφάλαια που το καθένα φέρει ως τίτλο το όνομα των ηρωίδων. Στο πρώτο έχουμε τον χλιδάτο γάμο της Ζιστίν. Καλεσμένοι, λούσα, συγγενείς, αφεντικά, πρόσωπα χαμογελαστά. Κι εκείνη παίζει το ρόλο όσο πιο καλά μπορεί. Και μπορεί να τον παίξει – όχι όμως και να τον αντέξει. Το ποιος της τον επέβαλε δεν τίθεται καν ως ερώτημα μιας και η επιβολή είναι τόσο ξεκάθαρη: όλοι είναι ένοχοι. Οι ρωγμές στο ερμηνευτικό της σύστημα αρχίσουν να φαίνονται. Ο γάμος πάει στα κομμάτια. Και όλοι πληρώνουν την αδιαφορία τους απέναντι στα δικά της θέλω, πληρώνουν το ερέθισμα των ενοχών της, το ύψωμα των αδιεξόδων της. Ακριβά, ναι, αλλά αυτή είναι η ζωή (αυτή είναι η ζωή;).

Στο δεύτερο, η Ζιστίν, σε βαριά κατάθλιψη πλέον, μένει μαζί με την αδελφή της, την Κλαιρ, και τον κυνικό της σύζυγο. Όλοι μαζί, περιμένουν τη διέλευση του πλανήτη Μελαγχολία δίπλα από τη Γη. Η Ζιστίν ψύχραιμή και προετοιμασμένη. Η Κλαιρ εντελώς φρικαρισμένη. Ο πλανήτης Μελαγχολία ενδέχεται και να συνθλίψει τον κόσμο. Δυο γυναίκες, δηλαδή οι δυο όψεις της γυναικείας φύσης (που όμως πλέον, απ’ όπου κι αν την «πιάσεις» είναι το ίδιο λαβωμένη) περιμένουν το τέλος. Παραδομένες. Και σταθερά καταδικασμένες.

Το Τέλος μοιάζει αναπόφευκτο. Το μαρτυρούν όχι μόνο τα αστέρια, αλλά και τα ρημαγμένα γυναικεία κορμιά που κείτονται στη Γη (πόσο αφελείς μοιάζουν πλέον οι κατηγορίες για «μισογυνισμό» που έχει δεχτεί ο Τρίερ κατά καιρούς…). Αποκαθηλώνοντας τη ζωή (δηλαδή τη Γυναίκα) οδηγηθήκαμε στην ανυπαρξία. Βλέπετε, δεν είναι «ρέκβιεμ» η ταινία του Τρίερ, αλλά μοιρολόι παραδομένο στο καθαρό συναίσθημα. Μην έχετε ψευδαισθήσεις, το “Melancholia” δεν φλυαρεί, δεν παραπαίει ανάμεσα στα σύμβολα του, δεν «διδάσκει» και δεν φιλοσοφεί. Αντιθέτως, χτυπάει κατευθείαν στη ψυχή. Και ενώ αυτή ραγίζει μπροστά σε με μια τελευταία, κυριολεκτικά, εικόνα που κανείς, κανείς στην αίθουσα δεν πρόκειται να ξεχάσει, ο ελεήμων άθεος Τρίερ της χαρίζει την ανυπαρξία μ’ ένα τελευταίο χτύπημα.

2 σχόλια:

  1. Επιτέλους, κάποιος έπρεπε να πει κάτι για αυτήν την πιπίλα του μισογυνισμού στο σινεμά του Δανού. Δε γίνεται να καταγράφεις ξανά και ξανά τη βασανιστική Οδύσσεια της γυναίκας που αγαπά, να τη βάζεις μετά σε ρόλο εκδικητή της ανθρώπινης ροπής προς την καταπίεση και, τέλος, να μαρτυρείς το Τέλος μέσα από το δικό της βλέμμα, αναγνωρίζοντας ως δημιουργός ότι η Αρχή της ανήκει, και να έρχονται οι άλλοι να σου λένε ότι ...μισείς τη γυναίκα. ΟΚ, τότε και ο Stallone κάνει φεμινιστικό σινεμά και ο Woody είναι γκέι.

    Ο Trier χαρίζει στη ψυχή (μας) την ανυπαρξία, όπως τέλεια γράφεις. Αλλά, γαμώτο, εγώ θα περιμένω και φέτος το νέο Woody Allen μπας και βρω λόγο να μη στέκομαι απλά περιμένοντας το Τέλος.

    Αυτή είναι η ζωή;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τον είδα τον Γούντι.
    Χαίρομαι που ο ίδιος περιμένει το τέλος χαρίζοντας ελπίδα σ' εμάς. Και στον ίδιο. Αλλά πλέον και στο σινεμά του βλέπω κάτι από εκείνη τη ματαιότητα, σε φλασιές.

    Θα μπορούσε να είναι και αλλιώς, ξέρεις.
    Η ζωή εννοώ. Πολύς φόβος όμως εκεί έξω, από το Χερβούργο μέχρι την Αττική.

    Είναι και αυτές οι μέρες...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες