Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Amour (2012) ( * * * * * )


«Δε θυμάμαι την ιστορία. Θυμάμαι το συναίσθημα»: Ο Ζορζ διηγείται ένα περιστατικό από την εφηβεία του στη σύζυγο του, την Αν. Ένα βράδυ, μας λέει, προσπαθούσε να περιγράψει σ’ έναν άγνωστο τις εντυπώσεις του από μια ταινία που τον είχε συγκινήσει βαθιά, και δεν μπορούσε να κρατήσει τα δάκρυα του. Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε και οι δυο τους είναι πια ηλικιωμένοι - μοιάζουν να έχουν μονάχα ο ένας τον άλλο, παρά τις μάλλον αραιές επισκέψεις της κόρης τους ή του κοινωνικού τους περίγυρου. Αυτό δεν εμποδίζει τον Ζορζ να την παρατηρεί γοητευμένος: «Ξέρεις πόσο όμορφη δείχνεις σήμερα;» της λέει σε μια αβίαστα τρυφερή στιγμή κι εμείς χαμογελάμε έχοντας σχεδόν ξεχάσει τη μακάβρια αφετηρία του Amour, της νέας ταινίας του Michael Haneke: Μια ομάδα αστυνομικών σπάει την πόρτα ενός διαμερίσματος για να ανακαλύψει, στολισμένο με λουλούδια, το πτώμα της Αν σε προχωρημένη αποσύνθεση.

Κι εμείς παρακολουθούμε τις τελευταίες μέρες της Αν και του Ζορζ καθώς δίνουν δυο αγώνες που, ο καθένας χωριστά, θα απαιτούσε δυνάμεις μιας ζωής: του έρωτα και της αξιοπρέπειας. Του έρωτα γιατί η διαρκώς επιδεινωμένη κατάσταση της Αν – που έχει χτυπηθεί από εγκεφαλικό – θα φέρει και τους δυο στα όρια τους, και της αξιοπρέπειας, καθώς αποφασίζουν να περάσουν αυτή τη δοκιμασία μόνοι, μακριά από τα νοσοκομεία αλλά και από την ενοχλητική ανησυχία φίλων και συγγενών.

Η ελληνική μεταφραστική διχοτόμηση του “Amour” αποτελεί ένα κατάλοιπο κουλτούρας χριστιανικής καθώς, στο λεξιλόγιο μας, μέχρι τότε πρωταγωνιστούσε η λέξη «έρωτας». Η εκκλησία αναγκάστηκε να «οριστικοποιήσει» την «αγάπη» που αν και προϋπήρχε ιστορικά, «λανσάρεται» ουσιαστικά από τον Απόστολο Παύλο. Οι λόγοι είναι προφανείς: η λέξη «αγάπη» μπορεί να εμπεριέχεται στη Καινή Διαθήκη (οι αναφορές σ’ αυτήν είναι υπεράριθμες) δίχως ταυτόχρονα να σκανδαλίζει τους μέλλοντες πιστούς. Γιατί έρωτας σημαίνει και πάθος. Που ως πάθος, στοχεύει στην αποκοπή από το Όλον. Και η Αν δεν θέλει να βλέπει πια την κόρη της. Ούτε να ακούει τις ηχογραφήσεις του καλύτερου της μαθητή που εκφράζει την ταπεινωτική του λύπηση δια αλληλογραφίας (η Αν είναι καθηγήτρια μουσικής, όπως και ο σύζυγος της). Θέλει μονάχα τον Ζορζ. Ακόμη και στο τελευταίο στάδιο της ασθένειας της, θυμάται, γοητεύεται, φλερτάρει, τραγουδά.

Για τον μέχρι πρότινος «κυνικό» Haneke, ο έρωτας αυτός είναι η αφορμή για κάποιες μικρές ποιητικές στιγμές, μοναδικές στη μέχρι τώρα φιλμογραφία του: Ο Ζορζ και η Αν εκτελούν μια παράξενη, άτυπη χορογραφία καθώς ο πρώτος αγκαλιάζει τη δεύτερη για να την αφήσει στο αναπηρικό της κάθισμα, ένα ανατριχιαστικό όνειρο ταράζει τον ύπνο του, ένα λευκό περιστέρι «εισβάλει» στο διαμέρισμα, αυτή η προτελευταία σκηνή. Στο μεταξύ, καταγράφει την ιστορία του Ζορζ και της Αν με το πάγιο, «παρατηρητικό» του ύφος. Ολοκληρωτική απουσία κινηματογραφικού score, μεγάλα σε διάρκεια μονοπλάνα (ο χώρος, μοναδικά κατακερματισμένος από την κάμερα του Darius Khondji), προτίμηση στα μεσαία και κοντινά κάδρα. Οι ρυτίδες στα πρόσωπα του Jean Louis Trintignant και της Emmanuelle Riva (που δίνουν ερμηνείες απαράμιλλης ευαισθησίας και γενναιότητας) γεμίζουν συχνά την οθόνη, αν κι εμείς δίνουμε σημασία μονάχα στα βλέμματα τους. Οι ρυτίδες βλέπετε, μπορεί να κουβαλούν τη δική τους ιστορία. Εμάς όμως μας ενδιαφέρει το συναίσθημα.

Γιατί ο Ζορζ και η Αν δεν είναι μονάχα ερωτευμένοι. Αγαπιούνται κιόλας, και η αγάπη τους είναι μια αγάπη άσβεστη, μίλια μακριά από αυτή που ο χριστιανισμός αναφέρει: Η εκκλησία δε θα συγχωρούσε πολλά από τα «αμαρτήματα» που καταγράφονται στο φιλμ – ένα εξ αυτών, "σοβαρό". Ο Michael Haneke όμως αδιαφορεί. Κι εμείς, καθώς η Isabelle Huppert τριγυρνά μόνη στο πατρικό που τώρα πια της "ανήκει", συμφωνούμε. Καλύτερα να σ’ αγαπούν στην Κόλαση παρά να ‘σαι χωρίς αγάπη στον Παράδεισο.

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Cosmopolis (2012) ( * * )


Αρχοντας ενός αμοραλιστικού σύμπαντος που επηρεάζει τα ανά την υφήλιο χρηματιστήρια με τις εμπορικές συμφωνίες και τις χρηματοοικονομικές προβλέψεις του, ο 28χρονος χρηματιστής που ελέγχει το μέλλον χωρών και νομισμάτων από το καταφύγιό του, την τεράστια λευκή λιμουζίνα του, αναζητά ένα μέρος να κουρευτεί.

Και να ηρεμήσει. Παρά τα φράγκα και τις ανέσεις – δεν θα λέγαμε πως έχει δα και σοβαρά προβλήματα ο ήρωας, πέραν ίσως της ασσυμετρίας του προστάτη του. Κι όμως τις νύχτες ο πανίσχυρος Έρικ δεν μπορεί να κοιμηθεί. Η διαδρομή του στην πόλη ανακόπτεται κάθε τόσο από την κίνηση στους δρόμους, την επίσκεψη του προέδρου των ΗΠΑ, μια διαδήλωση κατά της παγκοσμιοποίησης, την κηδεία ενός διάσημου ράπερ, αλλά και από τους συχνούς επισκέπτες της λιμουζίνας του (τον οικονομικό αναλυτή του, τον γιατρό του, τον σωματοφύλακά του, την ερωμένη του). Και πριν από το τέλος όμως της βραδιάς, συνειδητοποιεί την αποτυχία του οράματός του.

Επειδή όμως όλο αυτό θα μπορούσε και να «βρωμάει» ρητορεία, ο Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ τονίζει τον σαρκαστικό τόνο του βιβλίου του Ντον Ντε Λίλο με μια quirky κινηματογράφιση που ακολουθεί τη μονότονη διαδρομή του ήρωα (που ενσαρκώνει εξαιρετικά ο Ρόμπερτ Πάτισον). Η μουσική υπόκρουση αμβλύνει την ειρωνεία, οι κοινωνικές αναντιστοιχίες, έρχονται σχεδόν από μόνες τους και οι ατάκες φεύγουν σα σφαίρες. Σφαίρες που όμως σύντομα αδρανούν και εντέλει, στόχο δε βρίσκουν.

Γιατί η φιλμική φόρμα που επέλεξε ο Καναδός κινηματογραφιστής κλωθογυρίζει γύρω από τις σημάνσεις της με μια σχεδόν ambient επαναληπτικότητα που μπορεί να σε βυθίζει έτσι πιο γοργά στο σύμπαν της, σου αφαιρεί όμως τη πρόσβαση στην επεξεργασία αυτών που ακούγονται εδώ, στέλνοντας το όλο δράμα στο μηδέν – ένα «μηδέν» όμως που και πάλι δείχνει να σε περιμένει χαιρέκακα στο φινάλε (με τη σύγκρουση των Πάτισον / Τζιαμάτι) σε σημείο του ν' αναρωτιέσαι τελικά μήπως όλη αυτή η ιστορία ήταν ένα intellectual καλαμπούρι.

Ε και να’ ταν…

Cesare deve morire (2012) ( * * * * )


Φυσούσαν και ξεφυσούσαν μερικοί μετά τη βράβευση του «Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει» με τη Χρυσή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου. Γιατί; Επειδή, λέει, οι Ταβιάνι είναι «γέροι». Ένας ιδιότυπος φασισμός, μπολιασμένος με φιλμική αμάθεια, χαρμάνι απεχθές όσο, δυστυχώς, και δημοφιλές. Λες και το μόνο που δικαιούται να προσφέρει ένας καλλιτέχνης μιας προχωρημένης ηλικίας είναι η παραίτηση.

Well, I got news for them: Ο νέος δίσκος του Μπομπ Ντίλαν είναι αριστούργημα. Το ίδιο και η τελευταία ταινία του Γουίλιαμ Φρίτκιν. Και, βεβαίως, αυτή εδώ, η πρόσφατη σκηνοθετική δουλειά των αδελφών Ταβιάνι, που ξεκινάει στο πάλκο: Η σκηνή λιτή, δίχως πολλά σκηνικά, minimal που λένε, με τον θίασο να ερμηνεύει το τελευταίο μέρος του σεξπηρικού Ιούλιου Καίσαρα. Το κοινό τους αποθεώνει. Και, μετά το πέρας της παράστασης, μια ομάδα αστυνομικών τους μαντρώνει. Οι ηθοποιοί είναι όλοι τους τρόφιμοι φυλακών υψίστης ασφαλείας και η συμμετοχή τους στις παραστάσεις εντάσσεται στο πλαίσιο του αναμορφωτικού τους προγράμματος. Η παράσταση σε έγχρωμο. Οι πρόβες σε ασπρόμαυρο.

Ο Σαίξπηρ ποτέ δεν υπήρξε πιο διεισδυτικός πολιτικά απ’ ότι στον Ιούλιο Καίσαρα: Η ειλικρίνεια με την οποία ο Βρούτος και οι άνδρες αποφασίζουν να αντισταθούν στην αδικία και την τυραννία, τους καθιστούν ολοκληρωτικά ακατάλληλους να αντιμετωπίσουν την πονηριά και τη δύναμη των όσων αντιτίθενται σ’αυτούς. Ο κύκλος της ανθρωπότητας από τον οποίο δεν ξέφυγε ποτέ η Ιστορία. Ούτε και οι τρόφιμοι στους οποίους ο σκηνοθέτης εμπιστεύεται τους πρώτους ρόλους.

«Δεν μπορώ να παίξω με αυτό το φίδι» φωνάζει ο ηθοποιός που ενσαρκώνει τον Καίσαρα έχοντας απέναντι του έναν «Κάσιο» που, μαθαίνουμε, τον έχει ταιριαστά, ρουφιανέψει στους φύλακες χρόνια πριν. Δεν χρειάζεται καμία αναφορά στο πρωτότυπο, δε χρειάζονται ακαδημαϊκές αναλύσεις και σημειολογικές παρεμβάσεις, δεν χρειάζεται καμία νύξη εκ μέρους των Ταβιάνι. Όλα προκύπτουν από τη δραματοποιημένη καταγραφή των προβων που διαρκούν έξι μήνες. Και μέσα από αυτές, οι φυλακισμένοι ηθοποιοί συνειδητοποιούν για πρώτη φορά τα όρια της εξουσίας, της ελευθερίας, της Τέχνης. Ανακαλύπτουν δηλαδή, τη ζωή.

Όταν στο φινάλε, ο τρόφιμος γυρίζει στη κάμερα και μονολογεί: «από τότε που γνώρισα τη τέχνη, αυτό το κελί έγινε φυλακή» ανατριχιάζεις: Το μόνο που σου μένει είναι μια θλίψη μα και μια ελπίδα πως, στο τέλος, κάτι θα μπορούσε να σωθεί.

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Η μελαγχολία της αντίδρασης



Δυο κατηγορίες λέξεων μου γυρίζουν πραγματικά τ' άντερα. Αυτές που μου υπενθυμίζουν πως ανήκω κάπου, έστω και κατά τύχη (π.χ. "παράδοση") και αυτές που, όταν εκφέρονται, προϋποθέτουν ετσιθελικά πως ο απέναντι τις στερείται και πως αυτός που τις εκφέρει, τις διαθέτει, ως αξία, στο έπακρο, άρα λειτουργούν προσβλητικά όσο δε παίρνει (οι λέξεις "σεβασμός" και "ήθος" είναι καλό παράδειγμα). Προφανώς πρόκειται για προσωπικές διαστροφές, όχι για κάποιο "δόγμα" που θα μπορούσα να υπερασπιστώ με πλήθος επιχειρημάτων. Εγώ είμαι έτσι. Υπάρχει και μια τρίτη παραλλαγή που συνδυάζει και τα δυο. Λέξεις σαν το "μεράκι" και "φιλότιμο", ακραιφνώς "ελληνικής" καταγωγής που περιγράφουν, υποτίθεται τα χαρίσματα της μεγάλης μας φυλής και πλέον βρωμάνε υποκρισία και κουκουλωμένο μίσος. Μεταφραστική διαστροφή μου, κι αυτή.

Αυτό πάντως που δεν είναι προσωπική μου άποψη αλλά θλιβερό γεγονός είναι πως ολάκερο αυτό το λεξιλόγιο αποτελεί βούτυρο στο ψωμί των εχθρών της οποιασδήποτε ομορφιάς που απέμεινε σ' αυτή τη ρημαγμένη γη. Δεν έχει κανένα νόημα να αναφέρω πως στο τόπο του Αριστοφάνη μπουζουριάζεσαι για internet-ική σάτιρα, γιατί αυτό θα προϋπέθετε πως υπάρχει μια (εδώ κι αν γυρίζουν τ' άντερα) "γενετική συνέχεια" των "αρχαίων ημών" με τους σημερινούς συντοπίτες μας. Απ' ότι φαίνεται αρκεί ένα μαχαίρι κι ένας λοστός για να πειστούν και οι άπιστοι.

Όταν, για όλους τους λόγους που προανέφερα και μασκάρεψα, δεν ξεφυσώ από την προσπάθεια μου να αποφύγω κάποια κρίση πανικού, ακούω μουσική, απολαμβάνω ταινίες, μαγειρεύω εξαίσιες μακαρονάδες, παρενοχλώ τη λατρεμένη μπέμπα μου και ξεφυλλίζω εφημερίδες. Αυτό το τελευταίο το προτιμώ - χίλιες φορές από το να χαζεύω ειδήσεις στο διαδίκτυο. Κάτι έχει το ρημάδι το χαρτί, μια νανο-μυσταγωγία που δε θα θελα να εκλείψει. Πάνε δυο εβδομάδες που διάβασα στα ΝΕΑ γι αυτό το νέο είδος πιθήκου που ανακαλύφθηκε στην Αφρική,  "για δεύτερη φορά μέσα σε 28 χρόνια". Οι ντόπιοι (για την ακρίβεια, οι Κονγκολέζοι, μιας και ανακαλύφθηκε στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό) τον αποκαλούν "Λέσουλα". Οι δε επιστήμονες που τον αναγνώρισαν τον χαρακτηρίζουν "ντροπαλό και ήσυχο". Πάνε δυο εβδομάδες κι ακόμα να ξεχάσω τα μάτια του. Έχω χρόνια να ανακαλύψω ένα τόσο ευαίσθητο βλέμμα στους ομοεθνείς μου.

Να σας πω την αλήθεια, θα ήθελα πολύ να γνωρίσω καλύτερα το Λέσουλα. Να του μιλήσω για τη ζωή μου τα τέσσερα, τουλάχιστον, τελευταία χρόνια. Για το τι σημαίνει να ζεις εδώ. Να προασπίζεσαι έναν μικρόκοσμο που όλο και στενεύει. Να φωνάζεις, από τη μια, για όσα σε περιορίζουν, κι από την άλλη να "κόβεις" ερευνητικά τον διπλανό σου που ενδέχεται και να σε μαχαιρώσει αν αυτά που λες δεν του πολυαρέσουν. Να κρατάς έξω από το σπίτι σου τη θλίψη για να προφυλάξεις ό'τι αγάπησες περισσότερο. Και μόλις ανοίγεις την πόρτα, να λούζεσαι την αμόλυντη κακία ενός λαού που έμαθε να ενώνεται μονάχα δια της εχθρότητας. Μετά, αφού βαρεθώ με τα "κοινωνικά", να του αραδιάσω σκέψεις όμορφες κι άσχημες, σφηνωμένες στο σεντούκι των περιστάσεων, που μαζεύονται χρόνια για να προφυλάξουν τους αποδέκτες τους. Δηλαδή, τους φίλους που απομακρύνθηκαν, τους φίλους που απομάκρυνα και το ασπάστηκαν, τους δικούς μου που καλό θα ήταν να μην τους ζορίσω πολύ γιατί έχουν κι αυτοί τα δικά τους, και κανα δυο άλλους. Στο τέλος θα απέμεναν οι πιο κρυφές κουβέντες. Αυτές με αποδέκτη εμένα τον ίδιο.

Και ο Λέσουλα θα στέκεται απέναντι μου μ' αυτά τα μάτια που μοιάζουν να αφουγκράζονται όλη τη θλίψη του κόσμου. Το μόνο που λείπει εδώ είναι κάποιος να σε ακούσει.

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

"Polisse" (2011) ( * )


“Polisse”, δηλαδή «αστυνομία» με πειραγμένη ορθογραφία, σκοπός της οποίας είναι να προσομοιώσει την άρθρωση ενός παιδιού – ή ενός ανίδεου. Η ανίδεη στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι η Μελίσα, μια διοπτροφόρα φωτογράφος που, για λόγους δημοσιογραφικούς, παρακολουθεί στενά τις περιπέτειες μιας αστυνομικής μονάδας στις πιο κακόφημες συνοικίες του Παρισιού (τις λιγότερο φωτογενείς δηλαδή – μη μας πούνε και τουρίστες). Αυτή είναι, λίγο – πολύ η πλοκή της ταινίας της σεναριογράφου, σκηνοθέτιδας και πρωταγωνίστριας (αλλοίμονο) Μαϊγουέν.

Το δελτίο τύπου της ταινίας – τουλάχιστον αυτό που μας μοιράστηκε στο Φεστιβάλ Καννών, όπου η ταινία τσίμπησε ένα ειδικό βραβείο – ευαγγελίζεται την αλήθεια των ιστοριών που καταγράφονται εδώ: «Από επίσημα αστυνομικά αρχεία!» διαβάζουμε σε bold γραμματοσειρές και μας πιάνει μια ανατριχίλα. Επειδή όμως οι ιστορίες είναι ρεαλιστικές, και η κάμερα δείχνει να μη «πατά» στη σταθερότητα ενός τρίποδα, αυτό δεν κάνει ρεαλιστικό το “Polisse”. Αντιθέτως, πρόκειται για μια άκρατα στυλιζαρισμένη ταινία που όχι μόνο δεν αφήνει την «αλήθεια» των περιστατικών να μιλήσει αλλά φροντίζει να αφήνει πάνω σε κάθε event την προσωπική «στάμπα» του δημιουργού της που κρίνει, κατακρίνει και σαρκάζει όπως θεωρεί πως αρμόζει στα θύματα ή στους θύτες. Παράδειγμα: ένα 13χρονο κορίτσι ανακρίνεται από δυο αστυνομικούς (προσέξτε, έναν άντρα και μια γυναίκα). Κατά τη διάρκεια της ομολογίας της μαθαίνουμε τι έχει συμβεί: έχει προσφέρει τις «στοματικές» της υπηρεσίες σε μεγαλύτερους συμμαθητές της με ανταμοιβή «ένα πολύ καλό κινητό τηλέφωνο» όπως λέει χαρακτηριστικά. Ε, και οι μπάτσοι βάζουν τα γέλια. Γιατί; Επειδή το κοριτσάκι είναι ηλίθιο, λέει χυδαιότατα και διόλου σιωπηλά η Μαϊγουέν, «τιμωρώντας» το με το γέλιο των ηθοποιών της το οποίο, αχ τι βολικό, δείχνει και «ρεαλιστικό». Με ανάλογη «λεπτότητα» βάζει μια μουσουλμάνα μπατσίνα να βγάζει λόγο ενάντια στο φονταμενταλισμό των ομοθρήσκων της (επειδή το «μήνυμα» είναι σωστό δε σημαίνει πως πρέπει να ανεχτούμε και τον τρόπο με τον οποίο μας σερβίρεται). Είναι στιγμές στο “Polisse” που θα έκαναν ακόμα και τον Όλιβερ Στόουν να φωνάξει «επιτέλους λίγη λεπτότητα!».

Μα, θα μου πείτε, εδώ η Μαϊγουέν δε πουλάει «λεπτότητα». Θέλει να μιλήσει για την ωμή αλήθεια και αν δεν τη σηκώνει το στομάχι μερικών, ε, αυτοί είναι κακόμοιροι μικροαστοί που ζουν στη κοσμάρα τους. Εμ, ούτε αυτό στέκει. Πρώτον, επειδή η αυτοκτονία μιας εκ των ηρωίδων έρχεται στο φινάλε εντελώς ξεκάρφωτα και δίχως τη παραμικρή δραματουργική δικαίωση (shock tactics για λοβοτομημένα πειραματόζωα), δεύτερον επειδή ανάμεσα στις υποθέσεις παρεμβάλλονται οι προσωπικές ιστορίες των ηρώων που, σε επίπεδο συγγραφής πιθηκίζουν άστοχα ανάλογα γαλλικά δράματα (έτη φωτός από το «Police» του Μορίς Πιαλά, για να μιλήσουμε πιο καθαρά) και, τρίτον, επειδή, η σεναριογράφος, σκηνοθέτιδα και πρωταγωνίστρια αυτής της τόσο, μα τόσο κάλπικης ταινίας βάζει στο στόμα ενός μπάτσου που την κορτάρει (για να τη κερδίσει και να φάμε και στη μάπα το μοναδικά κακοστημένο ρομάντζο τους για ολόκληρο σχεδόν το δεύτερο μισό του φιλμ) την εξής ναρκισσιστική ατακάρα: «Χωρίς τα γυαλιά σου είσαι πιο όμορφη». Και είναι ψέμα. Όπως και όλα σ' αυτο το υποκριτικό τουρλουμπούκι.

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

Οι φίλοι που αλλάζουν πατρίδες.

Με τον Αχιλλέα γνωριστήκαμε μέσω του Τράγου. Παλαβιάρης κι αυτός με το σινεμά και τον Αρτζέντο (και με heavy-metal-ικό παρελθόν, που το πας αυτό;) - αλλά και με τον Γκοντάρ, και ξέρετε πόσο δύσκολα γλυτώνει κανείς το σινεφιλικό καυγά με κάποιον που αντλεί επιχειρήματα από το Γκονταρ-ικό οπλοστάσιο. Ολονύχτιες διαφωνίες που κατέληγαν σε γελαστά μπινελίκια, και μερικές εξαίσιες προβολές μαζί, και πιώματα βεβαίως. Φίλος καλός, αγαπητός. Είναι επίσης και ο πρώτος φίλος μου που φεύγει από τη χώρα (ακολουθούν άλλοι δύο μέσα στο μήνα). Μιλάμε στο τηλέφωνο ενίοτε, κι αυτός ανεβάζει κάθε μέρα (περίπου) κι από μία φωτό της νέας του πατρίδας όπου ζει με το κορίτσι του και ετοιμάζεται για ένα εξαίσιο φιλμικό μεταπτυχιακό.


Χαίρομαι που έφυγε, μπορώ να πω πως τον ζηλεύω και λίγο. Τους άλλους δυο που αποχωρούν σύντομα θα τους συναντήσω τον Οκτώβριο στο Λονδίνο. Θα είναι far-out-there νομίζω, το πως θα περάσουμε μακριά από την εθνική μας μιζέρια. Είναι μια παράξενη αίσθηση πάντως. Φεύγεις από έναν τόπο, πας σ' έναν άλλο. Αποκτάς δεσμούς, φίλους. Μετά από λίγο καιρό, έχεις τους φίλους "εκεί" και τους φίλους "εδώ". Μπολιάζεσαι μ' άλλες αντιλήψεις. Μαθαίνεις να ακούς, αρχικά για να διακρίνεις τις ντοπιολαλιές, μετά... από συνήθεια. Και αυτό βοηθάει, γενικώς.

Δυο φορές έπαιξα με την ιδέα να φύγω από δω, παλαιότερα, και τις δυο επέστρεψα - τη δεύτερη φορά μάλιστα μετά από μια ερωτική ιστορία που δε καρποφόρησε. Έμεινε όμως ο έρωτας για τη πόλη. Και για την άλλη διάσταση αντίληψης που έχτισε μέσα μου, έστω κι αν αυτή ήθελε λίγο σπρώξιμο για να εκκολαφθεί. Κάποια στιγμή θα ξαναπάω, το θέλω πολύ.

Και τη μέρα που θα φεύγω από τη Λιόν θα πάρω το τρένο Αχιλλέα, να σου ρθω (ίσως και να σε ξεχέσω λίγο αν πιάσουμε κάνα ζήτημα κινηματογραφικής ηθικής). Σα να μου λείπεις λίγο, μπάσταρδε.

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

Για την "Αυτοκρατορία των Αισθήσεων"


Ο όρος «ταμπού» προέρχεται από την Ασία, είναι για την ακρίβεια Πολυνησιακός και σημαίνει «απαγορευμένο». Οι Ιάπωνες πάλι χρησιμοποιούν τη λέξη «γκοχάτο» και δεν είναι παράξενο που μια ταινία με αυτόν ακριβώς τον τίτλο υπάρχει στη φιλμογραφία του Ναγκίσα Όσιμα. Γιατί η παραβίαση ενός ταμπού μπορεί να μη καθιστά έγκλημα, αμάρτημα όμως είναι στα σίγουρα. Και σε μια καριέρα γεμάτη «αμαρτήματα», η Αυτοκρατορία Των Αισθήσεων στέκει ως το πιο βαρύ του δημιουργού του που, πλήρως παραδομένος στο πάθος των ηρώων του, φιλμογράφησε τους ηθοποιούς του να ερωτοτροπούν στ’ αλήθεια μπροστά από τις κάμερες, δίχως ποτέ το αποτέλεσμα να αγγίξει το χυδαίο. Και όλα αυτά ξεκινώντας από μια αληθινή ιστορία την οποία και κινηματογράφησε σχεδόν… λαθραία.

Όλα αυτά μέσα στη δεκαετία του 70, τότε που βασίλευε στις αίθουσες η πορνογραφία, άλλη μια μορφή εξουσίας κι ένας μηχανισμός καταπίεσης για τις καημένες τις φεμινίστριες - όχι όλες δηλαδή, αλλά τουλάχιστον γι αυτές που ποτέ τους δεν σκέφτηκαν πως, το σεξ μπορεί να είναι εποικοδομητικό ή καταστρεπτικό, ηθικό ή ανήθικο και, ως μέσο επικοινωνίας, μπορεί να "στείλει" μηνύματα τόσο διαφορετικά όσο η ζωή και ο θάνατος. Όπως αποδεικνύει η αληθινή ιστορία της Άμπε και του Ίσιντα.

Ο Ναγκίσα Όσιμα αναζήτησε την Άμπε και, μετά από καιρό, την εντόπισε σε επαρχιακό μοναστήρι το 1973. Πάνω στις μαρτυρίες της θα βασίσει τη πιο φημισμένη ιαπωνική ταινία όλων των εποχών που, βολικά από μια άποψη, γίνεται πραγματικότητα την εποχή που το σκληρό πορνό έχει αρχίσει να γίνεται της μόδας. Ήταν η εποχή που το Βαθύ Λαρύγγι απέφερε κέρδη 600 εκατομμυρίων στα ταμεία, μετατρέποντάς το από μια απλή τσόντα στην, αναλογικά, μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία στην ιστορία του σινεμά καθώς η αθάνατη Λίντα Λάβλεϊς μέσω του εκπληκτικού ευρήματος της κλειτορίδας στο λαιμό, εντυπωσίαζε με τις επιδόσεις της στο στοματικό σεξ - με το ταμειακό του σουξέ να στέλνει ένα μήνυμα σεξουαλικής απελευθέρωσης, κατάρριψης των ταμπού και των μικροαστικών συμβάσεων που βέβαια, όπως όλα τα όνειρα, κράτησε λίγο. Ο ίδιος πάντως κατόρθωσε να γυρίσει το φιλμ κρυφά από τις ιαπωνικές αρχές, αποφασισμένος να βάλει τους ηθοποιούς του να ερωτοτροπήσουν κανονικότατα, και να τους καταγράψει σε φιλμ. Μόνο έτσι, θεώρησε ο Όσιμα, θα μπορούσε να μεταφερθεί και στο δυτικό θεατή ο γνήσια μακάβριος ερωτισμός που πυροδοτούσε τη σχέση των δυο εραστών – αν μπορούσε, είχε κάποτε πει, θα έβαζε την Έικο Ματσούτα να σκοτώσει στ’ αλήθεια τον ηθοποιό Τατσούγια Φούτζι!

Η τελευταία ερωτική στιγμή τους καταγράφεται με απόλυτη πιστότητα. Οι κινήσεις του ζευγαριού αργές, παραδομένες σε έναν μυστικισμό τη χωρογραφία του οποίου ανακαλύπτουν εκείνη τη στιγμή. Η μινιμαλιστική μουσική αμβλύνει ακόμη περισσότερο τις εντυπώσεις. Έχουν προηγηθεί ήδη αρκετές ρεαλιστικές ερωτικές συνευρέσεις των ηρώων, αυτό που βλέπουμε εδώ όμως ξεπερνά κάθε προηγούμενο. Η ομορφιά που καταγράφει ο φακός του Όσιμα δε κρύβει τίποτα το «γαργαλιστικό» - μονάχα η ομορφιά του έρωτα τους στέκει έκθετη, σε όλη την αρρωστημένη της μεγαλοπρέπεια. Τα φώτα σβήνουν και ο Όσιμα πρέπει τώρα να βγάλει λαθραία το φιλμ από τη χώρα, ώστε να εμφανιστεί στα εργαστήρια της γαλλικής παραγωγού εταιρίας, όπου και ο Όσιμα θα μοντάρει μυστικά τη ταινία. Η πρεμιέρα της γίνεται το 1976, στην ίδια χώρα, οι κριτικοί παραμιλούν, η Ιαπωνική Κυβέρνηση εξοργίζεται, αλλά επιτρέπει τελικά τη προβολή (με λογοκριμένα τα επίμαχα μέρη) αλλά σέρνει για τέσσερα χρόνια το σκηνοθέτη στα δικαστήρια με τη κατηγορία της προσβολής της δημοσίας αιδούς – ο οποίος θα αθωωθεί μετά από πολύ ταλαιπωρία. Τέτοια πάντως ήταν η καλλιτεχνική δύναμη της ταινίας που προβάλλεται ολόκληρη, δίχως περικοπές, στην αυστηρή Αγγλία και στις ΗΠΑ. Ο Καναδάς απαγορεύει το φιλμ αρχικά και επιτρέπει τη προβολή του μόλις το 1991 – ενώ στη Πορτογαλία η ταινία παίζεται στη τηλεόραση ξεσηκώνοντας σκάνδαλο. Ένας ιερέας θα δηλώσει στο πορτογαλικό τύπο «ορθώς παίχτηκε η ταινία! Έμαθα περισσότερα βλέποντας δέκα λεπτά της απ’ όσα είχα μάθει όλη μου τη ζωή!».

Έβδομη από μια σειρά οκτώ παιδιών – εκ των οποίων, μονάχα τα τέσσερα πρόλαβαν την ενηλικίωση – η Άμπε Σάντα σπούδασε τραγούδι από μικρή, με την υποστήριξη της μητέρας της. Το τραγούδι βέβαια εκείνη την εποχή αποτελούσε ένα από τα απαραίτητα ταλέντα μιας «γκέισας» και πολλές φορές η μικρή Άμπε έκανε «κοπάνα» για τις σπουδές της. Μέχρι που, στα δεκαπέντε της, έπεσε θύμα βιασμού από έναν συμμαθητή της. Η πολυτάραχη δίκη που ακολούθησε (και κατά την οποία, οι δικοί της την στήριξαν όσο μπορούσαν) έκλεισε με την καταδίκη του βιαστή αλλά η Άμπε δεν κατόρθωσε να το ξεπεράσει και η ολοένα και αυξανόμενη επιθετικότητα της οδήγησε την οικογένεια στην… πώληση της κόρης τους σε οίκο γκεϊσών το έτος 1922. Μετά από πέντε χρόνια σκληρής δουλειάς, ανακάλυψε πως είχε κολλήσει σύφιλη. Ακολουθεί υποτυπώδη θεραπεία, εγκαταλείπει τον οίκο και εργάζεται πλέον ως εκδιδόμενη γυναίκα σε κρατικό πορνείο, χτίζοντας ταυτόχρονα τη φήμη του προβληματικού κοριτσιού που δε σηκώνει πολλά. Λίγα χρόνια αργότερα ο πατέρας της θα αρρωστήσει βαριά και η Άμπε θα εγκαταλείψει τα πάντα για να τον φροντίσει, μόλις για δέκα μέρες πριν το θάνατο του, το Γενάρη του 1934.

Χρόνια μετά, η Άμπε θα καταφέρει να ξεφύγει από το κύκλωμα της πορνείας και θα εργαστεί στο εστιατόριο του Κιτσίσο Ίσιντα, του οποίου η φήμη ως γυναικοκατακτητή ήταν ήδη ξακουστή, παρόλο που η γυναίκα του εργαζόταν ακόμη στο μαγαζί – επί της ουσίας το διηύθυνε,. «Δεν είχα γνωρίσει ποτέ μου έναν άντρα τόσο όμορφο, τόσο κομψό, τόσο καλό εραστή – δεν υπήρχε άλλος σαν κι αυτόν» θα δηλώσει χρόνια αργότερα σε μια από τις λίγες συνεντεύξεις της. Ο ερωτικός τους δεσμός πάντως θα αγγίξει σύντομα τον παραλογισμό. Περνούν μερόνυχτα στο κρεβάτι, και όταν δεν βρίσκονται, η Άμπε το ρίχνει στο ποτό. Είναι για πρώτη φορά ερωτευμένη και δεν αντέχει να μοιράζεται τον άντρα των ονείρων της – περιέργως, οι εκρήξεις θυμού και ζήλιας της, αντί να απομακρύνουν, ενθουσιάζουν ακόμη περισσότερο τον Ίσιντα. Ένα από τα αγαπημένα τους παιχνίδια: το «πνίξιμο» κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξης. Και όταν, μετά από έναν δυνατό καυγά, πέφτουν μεθυσμένοι στο κρεβάτι, της ζητά να του σφίξει το λαιμό με όλη της τη δύναμη – το πρόσωπο του παραμορφώνεται, όσο τη παρακαλά να συνεχίσει και μαζί φτάνουν στη τέλεια κορύφωση. Τέσσερις ώρες μετά το φονικό, η Άμπε θα κόψει τα γεννητικά όργανα του εραστή της, θα γράψει στο νεκρό στέρνο τα λόγια «Σαντα και Κιτσίσο για πάντα» με το αίμα του, και θα βγει στους δρόμους, μισότρελη πια, για να συλληφθεί μήνες αργότερα, στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, αγκαλιά με το πολύτιμο «μέλος» του αγαπημένου της.

Ποταμοί κειμένων έχουν γραφτεί περί της σύζευξης έρωτος και θανάτου, ειδικά στην Ιαπωνική κουλτούρα. Σπουδαία τα λάχανα: Η Άμπε και ο Ίσιντα το έκαναν πράξη δίχως να το πολυσκεφτούν. 



Who cares?


Παλαιότερα μου συνέβαινε μονάχα όταν βρισκόμουν στο εξωτερικό για δουλειές (δηλαδή για κάνα Φεστιβάλ). Μου συνέβη και φέτος στις Κάννες όπου γράφοντας για Χάνεκε, Λόζνιτσα και Καράξ, με τάραξε ξανά το γνωστό ερώτημα: "Για ποιόν τα γράφω αυτά;". Βλέπετε, είναι εύκολο να "ξεχαστείς" όταν βρίσκεσαι σε μια όμορφη ευρωπαϊκή πόλη - και μάλιστα σε ρυθμούς καθημερινότητας. Μεγάλη παγίδα αυτό το τελευταίο. Γιατί στις Κάννες, τη Βενετία, το Βερολίνο ή και το Λονδίνο, κανείς δεν κάνει "διακοπές" επισκεπτόμενος τα κινηματογραφικά Φεστιβάλ τους. Τα ωράρια είναι ζόρικα, οι υποχρεώσεις περισσότερες, τα deadlines αποκαρδιωτικά. Αλλά ζεις, έστω και για δέκα μέρες, σαν άνθρωπος. Μακριά από την ελληνική εχθρότητα.

Ε λοιπόν, τον τελευταίο καιρό, αυτό το ερώτημα "σκάει" ανεξαρτήτως της γεωγραφικής μου θέσης. Μου "έσκασε" τώρα δα, πριν από ένα τέταρτο, όταν έκατσα δηλαδή να ανεβάσω αυτό το κείμενο για μια παλαιότερη ταινία του Ναγκίσα Όσιμα που αγαπώ πολύ, την "Αυτοκρατορία των αισθήσεων". Προέκυψε όμως αυτή η ανησυχία την οποία και καταθέτω γραπτώς, για να τη φορτωθείτε εσείς, να μου φύγει και μένα, να ανεβάσω το κείμενο τέλος πάντων. Στο φινάλε, φαντάζομαι, ό'τι ανεβάζω, το ανεβάζω πρωτίστως για μένα, non?

Α, και καλημέρα.

Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2012

Η θωλοκουλτουριάρικη ανοησία της βραδιάς.


«Noi fascisti siamo i soli veri anarchici, naturalmente una volta che ci siamo impadroniti dello Stato. Infatti, la sola vera anarchia è quella del potere»

(Εμείς, οι φασίστες, είμαστε οι μόνοι αληθινοί αναρχικοί, τώρα που ηγούμαστε του Κράτους. Στη πραγματικότητα, η μόνη αληθινή αναρχία είναι αυτή της εξουσίας).


Από το υπερβολικό, αρρωστημένο, προβοκατόρικο (αποτυχημένο ακόμη και σ' αυτό, για κάποιους) και, πάνω απ' όλα, άστοχο "Salò o le 120 giornate di Sodoma", που κάποιος Πιέρ Πάολο Παζολίνί φίλμαρε το 1975, συμπτωματικά, έτος και της δολοφονίας του).

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Σιωπηλός μάρτυρας


Τελευταία οι αναρτήσεις στο blog περιορίστηκαν σε κριτικές παρουσιάσεις, όσοι μπαινοβγαίνουν εδώ, πιθανότατα το παρατήρησαν. Οι λόγοι είναι πρακτικοί αλλά και συναισθηματικοί.

Πρακτικοί καθώς ο φόρτος εργασίας αυξήθηκε βαρβάτα αυτό το καλοκαίρι, για διάφορους λόγους – εννοώντας πως η παρουσία μου στις δημοσιογραφικές προβολές έγινε τακτική, κάνοντας… επιτακτική την ανάγκη να γράψω για κάποιες εικόνες που με άγγιξαν για τον οποιοδήποτε λόγο. Συναισθηματικοί επειδή δυσκολεύομαι να γράψω προσωπικά τον τελευταίο καιρό. Όχι τόσο στο facebook (το οποίο και «έκλεισα» πάλι σήμερα, στην υπ’ αριθμόν «χέσε-μέσα» κυκλοθυμία μου, για φέτος), αλλά εκεί είναι διαφορετικά:αυτό που προκύπτει στο ψηφιακό μου προφίλ είναι περισσότερο μια σπασμωδική αντίδραση που πατά στη κάθε επικαιρότητα.

Δυσκολεύομαι όμως να στηθώ μπροστά σε μια οθόνη και να «αδειάσω». Να σκεφτώ λογικά, με συνοχή. Οι μέρες περνούν και τι απομένει;

Σήμερα ξύπνησα πρωί και έφυγα για δουλειά. Και για κάποιο λόγο, αντί να ξεκινήσω τη διαδρομή μου, το ‘ριξα στο περπάτημα. Πέρασα από τα δυο προηγούμενα σπίτια που ζούσα στη πόλη, στην Ακτή Θεμιστοκλέους και το Χατζηκυριάκειο, κατέβηκα προς το λιμάνι, πήρα έναν καφέ και χάζεψα λίγο τη πρωινή χάβρα μεταξύ δημόσιων υπαλλήλων, ταξιτζήδων, μισότρελων, ναρκομανών και περήφανων μπρατσωμένων με μάτι θολό και ζωνάρι λυμένο. Το ξέρουμε βέβαια καλά πως ζούμε σε μια χώρα που άγεται και φέρεται από το φόβο και τη κόμπλα της, παρέα μ' έναν λαό που, για κάποιο λόγο είναι πεπεισμένος πως το φως του το στερεί η κόλαση των άλλων. Φως όμως εδώ δεν υπήρξε εδώ και πολλά χρόνια – κι αυτή η επίπλαστη εικόνα, στημένη όπως ήταν σ’ ένα ψέμα, κατεδαφίστηκε γρήγορα, σαν τη μητρόπολη του “Dark Knight Rises”. Ο Νόλαν δείχνει να έχει μια βαθιά πίστη απέναντι σ’ ένα θεσμικό σύστημα που, στο τέλος, θα λειτουργήσει ανθρωπιστικά, για το συλλογικό καλό όλων. Εγώ δεν είμαι και τόσο βέβαιος.

Η μικρή διανύει τη πρώτη της εβδομάδα στο παιδικό σταθμό. Τη περασμένη Δευτέρα έδειξε να το χειρίζεται άψογα. Πήγε χωρίς κλάματα, έπαιξε, διασκέδασε, έκανε φίλους, the works. Τη Τρίτη άρχισε να συνειδητοποιεί την επιβεβλημένη συχνότητα των επισκέψεων της. Και δεν της πολυάρεσε. Έχω την αίσθηση πως θα συνειδητοποιήσει το διασκεδαστικό του πράγματος και θα ισιώσει. Άλλο πράγμα ο παιδικός σταθμός άλλωστε, κι άλλο το σχολείο. Γιατί σχολείο για μένα, είναι το μέρος εκείνο που σκοπό έχει να σου χαντακώσει τη φαντασία, να χωρέσει το κεφάλι σου σ’ ένα τόσο δα μικρό κουτάκι χωρίς πολλές – πολλές αντιδράσεις. Θα στεναχωρηθώ τη πρώτη μέρα της εκεί, δε χωρά αμφιβολία.

Σα χθες χάσαμε το Νίκο Νικολαΐδη. Όταν τον ρώτησα τι σημαίνει αυτό το «όχι πια εδώ» που ακούγεται στο «Ο χαμένος τα παίρνει όλα», μου είχε πει: «Tό "Oχι Πιά Eδώ" είναι αίτημα πολιτικό κι' όχι χωροταξικό ή ονειροξιακό κι' ο καθένας τελικά στήνει το χώρο του και το οδόφραγμά του, όπου μπορεί κι' όσο αντέχει».

Ακριβώς αυτό.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες