Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

Dudley.


Όταν ήσουν πιτσιρίκι και συνειδητοποιούσες ότι σου άρεσε πολύ να βλέπεις ταινίες (ούτε καν "το σινεμά", τόσο πιτσιρίκι εννοώ), δε γινόταν να δεις ταινία με το Dudley Moore και να μην τον συμπαθήσεις. Είχε στο μέγιστο βαθμό αυτό που οι αμερικάνοι αποκαλούν "likable quality": με φάτσα παιδική, μικρό ανάστημα, και φωτεινό χαμόγελο, μπορούσε να παίξει ακόμη και έναν ανεύθυνο αλκοολικό δισεκατομυριούχο και να τον κάνει συμπαθή.

O Dudley Moore επίσης άρεσε πολύ στη νονά μου. Ευτυχές γεγονός, εκείνα τα χρόνια, για δυο λόγους: μου άρεσε πολύ ο Dudley Moore και επίσης μου άρεσε πολύ η νονά μου. Οπότε δε χάναμε ταινία του, είτε σε VHS, είτε στους κινηματογράφους. Στο θερινό "Γκρέκα" είχαμε δει το "Άρθουρ", σε βίντεο τα υπέροχα "Και τη μία και την άλλη" (Mickey + Maude) και "10" - αμφότερα σε σκηνοθεσία του Blake Edwards, μια συνεργασία που, σε ποιοτικό level ξεπερνά αυτή με τον Peter Sellers (αλήθεια είναι ρε παιδιά, σκεφτείτε το λίγο) και στο χειμερινό "Κάπιτολ" (εκεί που τώρα είναι το Marks & Spencer, στη Γρηγορίου Λαμπράκη) το "Μικρός πατέρας, μεγάλος γιός".

Το οποίο, εντάξει, μαλακία ταινία ήταν, αλλά και πάλι αυτός είχε πλάκα.

Ήταν εύκολο βλέπετε να μην αγαπήσεις μια ταινία απλά επειδή είχε τον Dudley Moore μέσα (έκανε αρκετές κακές επιλογές) αλλά ήταν αδύνατον να μην αγαπήσεις τον ίδιο, όπου κι αν τον έβλεπες. Δεν είχε όρους αυτή η αγάπη, τον αγαπούσες και στις κακές του ταινίες. Για απειροελάχιστους ηθοποιούς μπορεί κανείς να πει κάτι τέτοιο. Στις σελίδες του "Dudley Moore - an intimate portrait", n Rena Fruchter, η καλύτερη του φίλη και συγγραφέας του βιβλίου, περιγράφει έναν άνθρωπο πολύ κοντά σε αυτό που βλέπαμε στην οθόνη. Έναν άνθρωπο δηλαδή γεμάτο βαθιά καλοσύνη, που έκανε το ένα λάθος μετά το άλλο - ενίοτε πληγώνοντας άλλους - ακριβώς εξαιτίας της.

Ο Μουρ, εκτός από ηθοποιός, ήταν και σπουδαίος μουσικός (δεν είναι τυχαίος ο ρόλος του στο "10"), πιανίστας με κλασσική παιδία και τεράστιο ταλέντο στη jazz. Με πλούσια δισκογραφία και συνθετικές περγαμηνές αξιοθαύμαστες.Και πέρασε τα τελευταία χρονια της ζωής του χτυπημένος από προοδευτική υπερπυρηνική παράλυση, μια σπάνια ασθένεια, άγνωστου αιτιολογίας, που τη χαρακτηρίζουν αδυναμία κίνησης των ματιών, αταξία βάδισης και αυξημένη σπασμωδικότητα. Μοιάζει με το Πάρκινσον δηλαδή, αλλά είναι σαρωτικά εκφυλιστική. Σκέτη φρίκη δηλαδή. Περισσότερο απ' όλα τον στεναχωρούσε που δεν μπορούσε πια να παίξει μουσική. Στα 66 του χρόνια αποφάσισε να διακόψει τη φαρμακευτική αγωγή του, μην αντέχοντας τους πόνους αλλά και τη στεναχώρια του, και δυο μήνες μετά, πέθανε. Ο βρεττανικός τύπος, περιέργως, ποτέ δεν τον συμπάθησε ιδιαίτερα - και εννοώ τους άγγλους κριτικούς βασικά. Ακόμη και με την ασθένεια του έκαναν πλάκα, τα μοσχάρια.

Η κωμωδία σπάνια γνώρισε πιο ταλαντούχους ανθρώπους, πιο πολύπλευρους καλλιτέχνες - δείτε μόνο τα σκετς του με τον Πίτερ Κουκ (που κακώς χρεώνονται μονάχα στο τελευταίο) - και πιο γλυκούς ανθρώπους. Δείτε αυτό εδώ το βιντεάκι, λέει περισσότερα για τον ίδιο απ΄ότι όλες οι ταινίες του και τα κείμενα που γράφτηκαν γι αυτόν (συμπεριλαμβανομένου και αυτού εδώ, προφανώς) μαζί.


Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

Φωνή Νταλάρα, οργή τετράποδων.

Είναι κάπως δύσκολο να εξηγήσω σε κάποιον, μη μουσικό ή performer τέλος πάντων, πως είναι να ανεβαίνει κανείς στη σκηνή για να παίξει μπροστά σε κοινό. Οι πρόβες, οι προετοιμασίες, η αναμονή στα παρασκήνια, ένα κλιμακωμένο ενεργειακό σασπένς που κορυφώνεται όταν ακούγεται η πρώτη νότα, από την οποία ξεκινάει μια διαρκή κατάσταση έξαψης συνδυασμένης με ευθύνη – μετά από πέντε λεπτά αποχαιρετάς τον κόσμο μα μετά κοιτάζεις το ρολόι και συνειδητοποιείς ότι ξεκίνησες στις 15.00 το μεσημέρι και τώρα έχουμε Αύγουστο του 2014. Και πάλι δεν σας το περιγράφω καλά.

Κλικάροντας δεξιά κι αριστερά σήμερα το βράδυ, έπεσα πάνω στο βιντεάκι με τον Νταλάρα από τη συναυλία του στο Ίλιον. Να σας πω την αλήθεια, στην αρχή δεν κατάφερα να το δω ολόκληρο, ένοιωσα πολύ άσχημα. Μετά έγραψα στο facebook πόσο απαράδεκτη βρήκα αυτή την ενέργεια. Και ήρθα αντιμέτωπος με διάφορους αγανακτισμένους (ακούστηκαν και λογικές φωνές όμως).

Θέλω να πω δυο - τρία πραγματάκια.

Πρώτον: Καταλαβαίνω γιατί να θυμώνεις με το Νταλάρα. Μπορώ να σκεφτώ καμιά ντουζίνα λόγους για πλάκα, όλοι τους – για μένα τουλάχιστον – σοβαρότατοι. Είναι λόγοι γνωστοί και χιλιοακουσμένοι και δεν υπάρχει κανένας λόγος να αναφερθώ σε αυτούς. Ούτε εγω τον γουστάρω. Αυτή η πράξη όμως δεν ήταν επαναστατική. Μια ζωώδη και απωθητική καφρίλα ήταν και τίποτα παραπάνω. Whoever did this is less than a man. Και να σας πω και αυτό: αν είστε ένας από αυτούς που απαξιώνουν τη μεταπολιτευτική εκδοχή του (νεο)έλληνα όπως αυτή φωτίστηκε από τον ήλιο τον πράσινο, πρέπει να είστε θεόστραβοι - ηθικά τουλάχιστον - αν δεν την αναγνωρίζετε στα γιαούρτια του εξαγριωμένου "λαού".

Δεύτερον: Υπάρχουν χίλιοι τρόποι να δηλώσεις την αντίθεση σου σε έναν performer: διαδήλωσε έξω από το συναυλιακό του χώρο. Επίσης, μοίρασε φυλλάδια. Αντε, στα νεύρα σου, πέταξε και κανένα μπινελίκι, να το δικαιολογήσω κι αυτό κατανοώντας τον ανθρώπινο θυμό για τα πρόσφατα περί της «σύμφωνης γνώμης» του Γιώργου Νταλάρα, ή για τον, επί της ουσίας, προεκλογικό χαρακτήρα των εμφανίσεων του. Πάντως, εντάξει, στο δεύτερο ας του καταλογίσεις υποκρισία. Στο πρώτο όμως, γιατί να του το κάνεις; Σε περίπτωση που δεν απατώμαι, εφόσον ο τραγουδιστής λέει δημοσίως πως είναι υπέρ της απώλειας εθνικής κυριαρχίας, ποιόν κοροϊδεύει; Επίσης, αν ο Νταλάρας είναι υπεύθυνος για το πολιτιστικό χάλι της Ελλάδος, για τους pop σκυλάδες τι να πούμε; Α ξέχασα, εκεί πρέπει να πληρώσουμε είσοδο.

Τρίτον και σημαντικότερο: Κάποια στιγμή, είδα το βιντεάκι μέχρι τέλους. Και δεν μπορούσα να πιστέψω ούτε την ψυχραιμία αυτού του ανθρώπου, ούτε και τη τεχνική του κατάρτιση. Στ'αλήθεια, έμεινα με το στόμα ανοιχτό: Ό,τι κι αν συνέβαινε, ό,τι κι αν τον χτυπούσε, εκείνος δεν έχανε νότα. Και όχι μόνο δεν έχανε νότα, αλλά «έδινε» στο κάθε τραγούδι αυτό που έπρεπε να του «δώσει».

Μπράβο του από εμένα, λοιπόν, έστω και μόνο γι αυτό. Μάγκας. Κι αν συμφωνείτε με ό,τι συνέβη στο Ίλιον, τα συλλυπητήρια μου. Έχετε πιάσει πάτο.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες