Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Θόδωρος Αγγελόπουλος (1935 - 2012)


Όχι έτσι. Όχι έτσι γαμώτο, όχι έτσι.

Ο μόνος Έλληνας σκηνοθέτης που έχει βραβευθεί με Χρυσό Φοίνικα (Μια αιωνιότητα και μια μέρα: 1997) είναι και ο μόνος Έλληνας σκηνοθέτης που έχει βραβευτεί με Χρυσό Λέοντα (Ο Μεγαλέξανδρος: 1980) και αυτά είναι μονάχα δύο από το πλήθος βραβείων που έχει αποκομίσει το σινεμά του Θεόδωρου Αγγελόπουλου ανά τον κόσμο – στ’ αλήθεια, ο περιορισμένος μας χώρος μετά βίας θα αρκούσε για να αναφερθούν μονάχα οι σημαντικότερες εκ των βραβεύσεων του. O Μάρτιν Σκορσέζε τον θεωρεί «έναν από τους μεγάλους δημιουργούς του παγκόσμιου κινηματογράφου» ενώ ο «Θίασος» θεωρείται από την Διεθνή Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου «μία από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών» (όπως και από το διεθνής εμβέλειας περιοδικό “Time”), και η καλύτερη ταινία του 1975 για Άγγλους, Ιταλούς, Βέλγους και… Ιάπωνες συναδέλφους. Ανάλογα σχόλια συγκεντρώνουν και οι σύγχρονες παραγωγές του: «Μια πανέμορφη σπουδή πάνω στον πόλεμο, την Ιστορία και την απώλεια» έγραψαν οι New York Times για το «Λιβάδι που δακρύζει», του 2004. Για τον ίδιο όμως «τα βραβεία είναι απλώς βραβεία – το σημαντικότερο για μένα είναι να μπορέσω να αφηγηθώ μια ιστορία, και το δυσκολότερο για μένα είναι να το κάνω όσο πιο απλά γίνεται» - αντιφατική δήλωση μιας αντιφατικής προσωπικότητας που, ούτε λίγο, ούτε πολύ, «έτριξε» τα δόντια του στην κριτική επιτροπή των Καννών το 1995 επειδή του έδωσαν μόλις το… δεύτερο βραβείο (το πρώτο εκείνης της χρονιάς είχε πάει στο Underground του Εμίρ Κουστουρίτσα).

Γεννημένος το 1935, ο “Theo”, όπως θα γίνει ευρύτερα γνωστός, εγκαταλείπει, στο πτυχίο, τις σπουδές του στη Νομική Σχολή Αθηνών για τη μεγάλη του αγάπη, το σινεμά, και το 1962 ταξιδεύει στη Σορβόνη όπου γίνεται δεκτός στη Γαλλική – και φημισμένη – σχολή κινηματογράφου Femis. Στην Ελλάδα θα επιστρέψει με το πέρας των σπουδών του – απηυδισμένος όμως με την κατάσταση του ελληνικού κινηματογράφου, αλλά και της κριτικής του θεώρησης (τουλάχιστον όπως γινόταν μέχρι τότε στη χώρα), θα εκδόσει, μαζί με το Βασίλη Ραφαηλίδη, το περιοδικό "Σύγχρονος κινηματογράφος", το έτος 1969, μια έκδοση απ’ όπου θα ξεπηδήσουν αρχικά ως θεωρητικοί και, στη συνέχεια, ως κινηματογραφιστές ο Παντελής Βούλγαρης, η Τώνια Μαρκετάκη, η Φρίντα Λιάππα, ο Λάκης Παπαστάθης και ο Χρήστος Βακαλόπουλος. Η «μαγιά» δηλαδή του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου. Αυτομάτως, το ελληνικό σινεμά χωρίζεται σε στρατόπεδα. Οι οργισμένες επιστολές «παλαιών» (όπως του Γρηγόρη Γρηγορίου) δίνουν και παίρνουν.

Ο ίδιος, ως σκηνοθέτης, κάνει την πρώτη του απόπειρα με μια ταινία για το δημοφιλές τότε συγκρότημα των Φόρμινξ, η παραγωγή όμως δεν θα ολοκληρωθεί ποτέ – αντιθέτως, η "Εκπομπή", η ταινία μικρού μήκους που θα φιλμάρει το 1968 θα προκαλέσει αναβρασμό στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και η ταινία θα πάρει το βραβείο των κριτικών που είναι πλέον προετοιμασμένοι για την "Αναπαράσταση", την πρώτη του δουλειά μεγάλου μήκους το 1970.

Ο κόσμος μόλις που αρχίζει να παίρνει μυρωδιά μια νέα κινηματογραφική γλώσσα: οι βραδυφλεγείς σεκάνς του έργου του, και οι περίτεχνες κινήσεις της κάμερας (που μπορεί να διανύσει, χρονικά, την «απόσταση» 20 ετών μέσα σε ένα traveling, ένα επίτευγμα που, στη συνέχεια, θα αποτελέσει το σήμα-κατατεθέν του σκηνοθέτη) προκαλούν δέος και σασπένς στους θαυμαστές, και δυσφορία στους επικριτές. Το σινεμά του «Τεό» βλέπετε, έχει αυτή την ιδιότητα: χωρίζει στα δύο τους κινηματογραφόφιλους που είτε το λατρεύουν, είτε το απεχθάνονται.

Οι "Μέρες του 36", γυρισμένες το 1972, «μια ταινία για τη λογοκρισία» θα οδηγήσουν στη πρώτη του μεγάλη επιτυχία, σε παραγωγή του Γιώργου Παπαλιού, τον "Θίασο" που παραμένει, μέχρι σήμερα, μια από τις πιο φημισμένες ελληνικές ταινίες παγκοσμίως. Από κει ξεκινά μια διαδρομή διεθνών παραγωγών με αστέρες της παλιάς ελληνικής σχολής που ο Αγγελόπουλος «χρησιμοποιεί» υποδειγματικά: Οι Μάνος Κατράκης, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος και Μαίρη Χρονοπούλου δίνουν σπουδαίες ερμηνείες στο Ταξίδι Στα Κύθηρα του 1984 και η ταινία παίρνει το βραβείο σεναρίου στις Κάννες και, στη συνέχεια, πρωταγωνιστών διεθνούς φήμης. Ναι, από το βιζέρ του Αγγελόπουλου πέρασαν οι Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Ζαν Μορό, Χάρβεϊ Καϊτέλ, Γουίλεμ Νταφόε, Ιρέν Ζακόμπ, Μπρουνο Γκανς και Μισέλ Πικολί, ηθοποιοί που, με εξαίρεση τον Μαστρογιάνι που θαύμαζε «το σθένος του μικρού ελληνικού συνεργείου» δεινοπάθησαν υπό την αυστηρή διεύθυνση του σκηνοθέτη. «You think you’re God!» θα ουρλιάξει ο Καϊτέλ, οργισμένος στα γυρίσματα του «Βλέμματος του Οδυσσέα» το 1995, αργότερα όμως ο σκηνοθέτης θα δηλώσει πως «μόνο έτσι θα μπορούσα να του αποσπάσω αυτό το δάκρυ στο φινάλε – στο τέλος της σκηνής αγκαλιαστήκαμε».

Αυτή την ανθρωπιά φαίνεται να κυνηγούσε με τις τελευταίες του ταινίες. Όπως και τα βραβεία – πόσο παράξενα συνδυασμένες αυτές οι δυο εμμονές του! Όταν, το 2004, κριτικοί του επισημαίνουν πως δύσκολα μια ταινία σαν το «Λιβάδι που δακρύζει» θα φύγει με βραβείο από το Φεστιβάλ Βερολίνου, όπου συνήθως ξεχωρίζουν οι σύγχρονες κινηματογραφικές τάσεις, αυτός θα απαντήσει «αν μου το είχαν πει, δεν θα έμπαινα στον κόπο να φέρω την ταινία μου εδώ»!

Με τα χρόνια πάντως, η κάμερα του Αγγελόπουλου έδειχνε να πλησιάζει όλο και περισσότερο στα πρόσωπα των ηθοποιών του. Η γενική ματιά του πάνω στην ιστορία, σιγά – σιγά εξελίχθηκε σε ένα σκωπτικό βλέμμα πάνω στην ανθρώπινη τραγωδία. «Οι ελληνίδες είναι μοναδικές σαν τραγικές φιγούρες: η ίδια η μητέρα μου ήταν πότε Αντιγόνη και πότε Εκάβη. “Έπαιξε” πολλούς ρόλους στη ζωή της». Το 2004, για πρώτη φορά στη καριέρα του, κλείνει το «Λιβάδι που δακρύζει» με ένα κοντινό πλάνο στην πρωταγωνίστρια του, από την εποχή όμως του «Μετέωρου Βήματος του Πελαργού» το 1991 είχε δηλώσει: «αναζητώ ένα νέο ουμανισμό. Πρέπει να ανακαλύψουμε ξανά τι είναι σημαντικό και αληθινό στις ζωές μας».

Ο Θόδωρος δε συνήθιζε να προσέχει στα γυρίσματα, και κατα τη διάρκεια των γυρισμάτων της "Άλλης Θάλασσας" είχε γυρισμένη την πλάτη του στη κίνηση. Η μηχανή που τον παρέσυρε, η εξωφρενική καθυστέρηση του ασθενοφόρου (τυχαία πέρασε και τον παρέλαβε αυτό που τον παρέλαβε), όλα συντέλεσαν στην εσωτερική αιμορραγία που τον πήρε τόσο άδοξα σήμερα, 24 Ιανουαρίου του 2012. Στην αίθουσα του Metropolitan όλο το Ελληνικό σινεμά. Και δίπλα τους, ο Τόνι Σερβίλο, ο πρωταγωνιστής της ταινίας που γύριζε, κλαίγοντας με λυγμούς.

Άσχημο παιχνίδι, άδοξος θάνατος. Ευτυχώς, οι ταινίες μένουν. RIP, "Τεό".

(Ξέρετε με τι θυμώνω περισσότερο; Με τηv κραυγαλέα σιωπή αυτών που ο Αγγελόπουλος "δεν τους άρεσε". Πέθανε άδικα ο άνθρωπος και άφησε πίσω του ΕΡΓΟ, γράψτε ΜΙΑ ΦΡΑΣΗ. Αϊ στα κομμάτια να πάνε όλοι τους.)


Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

Οι γιαουρτοεπαναστάτες του internet και οι καθιστοί ταύροι της διανόησης.


Λίγες σκέψεις πριν τον ύπνο.

Αυτό που συμβαίνει στο ελληνικό διαδίκτυο τελικά έχει θλιβερό χαβαλέ. Ανώνυμοι bloggers, ξύπνιοι και κακόβουλοι, "μεταφράζουν" με τον πιο βολικό τρόπο συνθήματα, οπλίζουν χέρια, μοιράζουν τυφλή βία και μισανθρωπία - με στόχο (και) το κέρδος. Επώνυμοι συγγραφείς τρώνε λόγιες φρίκες και αναζητούν δικαιοσύνη σε μια χώρα που την έχει εδώ και αιώνες πετάξει στη χωματερή - λες και δεν το ξέρουν.

Και έξω;

Παω για ποτο στο στέκι μου. Ο dj, χρόνια φίλος και άνθρωπος ενήμερος, πολιτικό ον, και σε διαρκή εγρήγορση, με κερνάει ένα ποτό. Σκέφτομαι εγώ την βαβουρα των ημερών.

- "Ρε Γιώργο, εσύ τον συμπαθείς τον πιτσιρίκο;"

- "Ποιός είναι ο πιτσιρίκος;"

(μένω έκπληκτος για λίγο)

- "Ένας blogger, πολύ δημοφιλής"

- "Τι γράφει;"

- "Πολιτική σάτιρα"

- "Σώπα. Χεστήκαμε".

Συμπέρασμα: Άλλα λόγια ν'αγαπιόμαστε. Αυτή η ιστορία εδώ δεν χαϊδεύει ούτε τις αρχιδότριχες της ελληνικής κοινωνίας - κανείς δεν έχει πάρει χαμπάρι τίποτα. Το κόλπο του "πουλάω επανάσταση, το ρίχνω στη μπίζνα κι ότι πιάσω" έχει ξαναπαιχτεί στη χώρα με πολύ πιο ηχηρά και καλοσχεδιασμένα (άρα και μαζικά) αποτελέσματα. Και τόσο οι μεν (της γιαουρτοαναρχίας που θα... ρίξει την κυβέρνηση) όσο και οι δε (της διανόησης) δεν έχουν να προσφέρουν το παραμικρό σε μια χωρα που πέφτει... πέφτει.

Τουλάχιστον ας μην νομίζουν κάτι τύποι σαν κι εμένα που έγραψαν ότι έγραψαν φρικαρισμένοι με το πόσο εύκολα αναζητούν εχθρούς κάποιοι υποκινούμενοι ψυχάκηδες (το όνομα μου μάλιστα βρέθηκε και σε "επαναστατικό" blog ως στρατευμένος με τη Νέα Τάξη Πραγμάτων) ότι κάνουν και κάτι σπουδαίο. Κάνουν ακριβώς ότι και οι ορδές των ζομποποιημένων επαναστατών της πρεμούρας: μια τρύπα στο νερό.

Στο μεταξύ, οι εκλογές αργούν. Για μια ακόμη φορά, οι δρόμοι (γιατί κάποιοι από εμάς βγαίνουν και στους δρόμους - τι έγινε ρε "αγανακτησμένοι", σας τρόμαξε η βροχή την περασμένη Κυριακή;) μυρίζουν αίμα. Αίμα που θα βάψει, στάνταρ, μονάχα τα χέρια των αναίσθητων που αυτή τη στιγμή μας κυβερνούν.

Και αυτή θα είναι η μεγαλύτερη ήττα όλων. Όποιου το αίμα κι αν χυθεί. Αν το ξεχάσουμε αυτό, η κοινωνία μας αξίζει να αφανιστεί. Δια παντώς.

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

Κλέφτες.

Ο δρόμος, γεμάτος φώτα, από τους πλέον φωτισμένους στη περιοχή. Ανήμερα πρωτοχρονιάς, έντεκα το βράδυ. Το σπίτι σχεδόν άδειο. Σχεδόν. Η γιαγιά κοιμάται στο πρώτο όροφο του σπιτιού. Η γυναίκα ακούει κάποιο θόρυβο, ξυπνάει και βγαίνει στο πλατύσκαλο, όπου βρίσκεται πρόσωπο με πρόσωπο με το ληστή. Γύρω στα 30 αυτός, αιφνιδιάζεται. Η γυναίκα βάζει τις φωνές και ο ληστής το βάζει στα πόδια. Στον άπλετα φωτισμένο δρόμο, δυο κοπέλες που περνάν απ’ έξω τον βλέπουν να φεύγει τρέχοντας στο διπλανό δρόμο με μια πλαστική σακούλα στο χέρι.

Η περιοχή φωτισμένη καλά, γειτονιά ζωντανή, η ώρα νωρίς σχετικά το βράδυ αλλά η ληστεία έγινε.

Έντρομη η γυναίκα τηλεφωνεί στο «εκατό» που έρχεται σε λίγο. «Ο ληστής άνοιξε τη πόρτα σας με εργαλείο στο οποίο δεν αντιστέκονται ούτε οι πόρτες υψηλής ασφαλείας» αποφαίνεται ο αστυνομικός. «Μην αγγίξετε οτιδήποτε μέχρι να έρθει η σήμανση». Η παθούσα, έχει βρει το γραφείο του άνδρα της άνω κάτω. Τα συρτάρια όλα ανοιγμένα, ανοιχτά κουτιά από τα οποία λείπουν πολύτιμα αντικείμενα, έχει κάνει φτερά και ο φάκελος με τα χρήματα τα οποία προορίζονταν την επομένη για τα χαράτσια, τους λογαριασμούς και τα τέλη κυκλοφορίας της οικογένειας. Η σήμανση, που έφτασε το επόμενο μεσημέρι (είχε μάλλον αρκετές περιπτώσεις με τις οποίες έπρεπε να ασχοληθεί αυτές τις μέρες) έκανε τη δουλειά της. «Να πάτε να υποβάλλετε μήνυση κατ’ αγνώστων στην ασφάλεια» ήταν η συμβουλή.

Στη γειτονιά, πεζόδρομος, σχεδόν υπερβολικά φωτισμένος, δεν είχε γίνει μέχρι την ημέρα εκείνη ούτε διάρρηξη. Από την ώρα που οι ληστές «ανοίγουν» σπίτια σε δρόμους με φως και κίνηση, από την ώρα που δεν υπολογίζουν πλέον την πιθανότητα να βρίσκονται μέσα οι ιδιοκτήτες, από τη στιγμή που δε λογαριάζουν ότι και από τον δρόμο περνούν συνεχώς αυτοκίνητα και πεζοί εύκολα μπορεί κανείς να αντιληφθεί τι γίνεται σε άλλες, λιγότερο φωτισμένες και απομακρυσμένες από το κέντρο περιοχές. «Να είστε ευτυχής που ο ληστής φοβήθηκε κι έφυγε, μπορούσε να σας είχε σκοτώσει» είπε ο αστυνομικός που υπέγραψε την «μήνυση κατ’ αγνώστων».

Ναι, παίζει κι αυτό.

Δεν μπορώ να περιγράψω ακριβώς πως είναι να βλέπει κανείς το σπίτι του παραβιασμένο. Είναι μια πράξη βίαιη, ένα βίαιο συναίσθημα, η ματιά σου στον κόσμο αλλάζει. Απότομα. Συνέβη και τέτοια μέρα, Διάολε, το 2012 θα μπορούσε να είχε ξεκινήσει καλύτερα. Ένας φόβος έχει απλωθεί στο βλέμα όλων τα τελευταία δυο χρόνια. Φόβος που γίνεται ολοένα και πιο βαρύς και, εδώ και λίγο καιρό, τρυπώνει και σε μέρη που θεωρούσαμε καλά προφυλαγμένα. Σε ένα σπίτι τουλάχιστον (και, δυστυχώς σε αρκετά...), ανήμερα πρωτοχρονιάς, χάθηκε ακόμα μία βεβαιότητα, για να αντικατασταθεί με μιαν άλλη, όχι και τόσο ευχάριστη.

Έχει περάσει σχεδόν μια εβδομάδα. Still, it doesn't feel right.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες