Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

Under the Volcano (1984)


Όσο ο Τζον Χιούστον πλησίαζε προς το τέλος της ζωής του, όσο δηλαδή τα γηρατειά τoν βάραιναν, τόσο έδειχνε να προτιμά φόρμες και ιδέες σκοτεινές και απελπισμένες. Δεν είναι τυχαίο που, αμέσως μετά απ’ αυτό το φιλμ (που γύρισε το 1984) σκηνοθέτησε την «Τιμή των Πρίτσι», μια ξεκαρδιστική αλλά και απολύτως κυνική μαύρη κωμωδία που έσπαγε, ιδιοφυώς, πλάκα με τον θάνατο και την ανθρώπινη βλακεία. Τους «Δουλβινέζους» δε, τους γύρισε – κυριολεκτικά – με το ένα πόδι στον τάφο, το 1987. 

Όλα αυτά ισχύουν στη φιλμική μεταφορά του σπουδαίου, όσο και κατάμαυρου μυθιστορήματος του Μάλκολμ Λόουρι, που ο συγγραφέας μοιάζει να έγραψε σε κατάσταση παρόμοια με αυτή του ήρωα του, του Τζέφρι Φίρμιν (τον ενσαρκώνει εκπληκτικά ο Άλμπερτ Φίνεϊ). Εκείνος, βρετανός πρόξενος στο Μεξικό που, ενώ ο πόλεμος ξεσπάει στην Ευρώπη (η ιστορία διαδραματίζεται το 1939) εκείνος γιορτάζει τη «μέρα των νεκρών», σε μια μικρή πόλη του νότου. Είναι μονίμως μεθυσμένος, ακροβατώντας θαρρείς στο χείλος ενός αόρατου γκρεμού, ένας αλκοολικός που, πλέον, δεν πίνει για να μεθύσει, αλλά για να κρατηθεί στα πόδια του. Και από την πρώτη σεκάνς, με την κάμερα να καδράρει εκστατικά τα σκελετωμένα ανδρείκελα της μεξικάνικης γιορτής, ο Χιούστον οριοθετεί τον μύθο του ανάμεσα στο τραγικό και το γελοίο. Ολόκληρη η ταινία μοιάζει σαν μία αναπάντητη προσευχή. 

Η αυτοκαταστροφική συμπεριφορά του ήρωα, προκύπτει μεταξύ άλλων και από τον αποχωρισμό του με τη σύζυγο του, Υβόν, που όμως επιστρέφει στο Μεξικό με ελπίδες επανένωσης. Το ζευγάρι πλαισιώνει ο Χιου, ετεροθαλής αδελφός του ήρωα, και οι τρεις τους ξεκινούν ένα μικρό ταξίδι που θα βαστήξει μία μόνο μέρα, όπου ο Χιούστον μεταφράζει φιλμικά το – εξαιρετικά «δύσκολο» - πρωτότυπο κρατώντας το βλέμμα του Φίνεϊ ως σημείο αναφοράς. Δίχως υποκειμενικά πλάνα και άλλες τέτοιες ευκολίες, η ταινία μοιάζει να συμμερίζεται πλήρως τη ματιά του Τζέφρι απέναντι στη ματαιότητα της ύπαρξης, και η πυρετώδης αφήγηση οδηγεί το μύθο, αργά αλλά επίμονα προς την άβυσσο. Δίχως τυμπανοκρουσίες και μελοδραματικές κορώνες, αλλά με μια αόρατη, σχεδόν χαμογελαστή κατάφαση.

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

Το σημαντικό είναι αυτό που λέγεται και ξαναλέγεται.


".... Πάντως, άγγελε μου, δεν πιστεύω στις θεωρίες. Νομίζω πως όταν έχεις μια θεωρία για κάτι, έχεις ήδη πεθάνει. Δεν έχω καιρό να σκέφτομαι θεωρίες. Μας χρειάζεται να δημιουργούμε συγκινήσεις. Όχι να ακολουθούμε κανόνες. Δεν υπάρχουν κανόνες. Γι αυτό απάντησα σε κάποιον που μου έλεγε πως του θύμιζα μια φράση του Νίτσε πως "Δεν είμαι φράση κανενός! Είμαι άνθρωπος!". Όσο για τον Νίτσε... η ιδέα του για τον Άνθρωπο υπάρχει πολύ έντονα στη Γερμανία, αλλά καθόλου στη Γαλλία και την Αμερική. Πάντα πίστευα πως ένας σκηνοθέτης θα έπρεπε να έχει πάντα δίπλα του έναν ψυχίατρο για να του λέει τι πρόκειται να φτιάξει. Πρόσφατα, στη Γαλλία, έστειλαν ένα ερωτηματολόγιο σε ορισμένους σκηνοθέτες ρωτώντας τους πως σκηνοθετούν μια σκηνή. Πως είναι δυνατόν να απαντήσεις σε μια τέτοια ερώτηση; Είναι θέμα ηθικής. Σήμερα θα έλεγα πως καλό θα ήταν να κάνεις αυτό, ή εκείνο - αύριο θα πω ότι χρειάζεται να προσανατολιστείς διαφορετικά. Ταξίδεψα με το τρένο και τώρα παίρνω το αεροπλάνο, όμως δεν μπορώ να πω πως τα τρένα δεν αξίζουν τίποτα.

Δεν μπορώ να πω τι ειναι αυτό που βρήκα στον εξπρεσιονισμό. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι τον χρησιμοποίησα, προσπάθησα να του επιβληθώ. Πιστεύω ότι όσο περισσότερο τείνεις στην απλότητα, τόσο περισσότερο προοδεύεις. Αυτό με φέρνει στο γουέστερν. Είναι ένα είδος γεμάτο απλές ιδέες. Δες τους κριτικούς: Λενε ότι σήμερα δεν υπάρχουν πια καινούρια πράγματα στις πολεμικές ταινίες . Όμως, τι καινούριο μπορείς να πεις για τον πόλεμο; Το σημαντικό είναι αυτό που λέγεται και ξαναλέγεται. Ποιός θέλει ουίσκι; Γλυκά; Γάλα;! Μα τι άνθρωποι είναι αυτοί που έχω μαζί μου; Νερό; Το νερό δεν είναι μόνο παράνομο εδώ, είναι ανήθικο. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι οι κινηματογραφιστές που δεν πίνουν, τη μέρα που θα πιουν θα κάνουν τη μεγαλύτερη ταινία του κόσμου. Δεν νομίζεις;"

"Une confession de Fritz Lang" - Cahiers du Cinema, no.169 / 179. Αναδημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Σύγχρονος Κινηματογράφος" (Νοέμβριος 1976) σε μετάφραση της Ίριδας Ζαχμανίδη.

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

Σκοτώστε τους όλους και ο Θεός θα αναγνωρίσει τους δικούς του.

Μία και μόνη ερώτηση.

Ανάμεσα σε μυρωδάτους ταξιτζήδες που σε κλέβουν στα ρέστα, δημοσιογράφους που ακολουθούν ξεδιάντροπα μια γραμμή για να κρατήσουν τη δουλίτσα τους, "αγανακτισμένους" που χαλάρωσαν, φασιστάκια που βγάζουν το άχτι τους δέρνοντας κάτι κακομοίρηδες στο κέντρο επειδή δεν τους παίρνει να κατέβουν στα Κάτω Πατήσια, αριστεριστές που επαναστατούν διαδικτυακώς, χουλιγκάνους που κρατιούνται απελπισμένα από τη μόνη νόμιμη πρέζα του έθνους και σε έναν πρωθυπουργό που δυστυχώς δεν είναι ούτε στο ελάχιστο καλός ψεύτης ο μέσος εμείς που δεν πιστεύει στη καφρίλα αλλά νιώθει τις φαντασιώσεις του να ενδίδουν όλο και περισσότερο σ' αυτήν, τι μπορεί να κάνει για να προφυλαχθεί;

Όποιος απαντήσει πειστικά, πιθανότατα είναι ο Διάβολος.

H κρίση βλέπετε έχει "γεννήσει" πολλούς "ειδικούς". Που βγαίνουν και δηλώνουν σε - και καλά - σοβαρά άρθρα για τα "κοινά" πως "φταίει αυτό", "φταίει εκείνο", "φταίει ο έλληνας που καλοπέρναγε τη δεκαετία του 80-90" (μα κάποιοι τον δίδαξαν σ' αυτή την τακτική), "φταίει ο έλληνας που τους ψήφιζε" (μα κανείς δε μιλάει για τους εκβιασμούς των συνδικαλιστικών ομάδων όπου ο πρόεδρος - κομματόσκυλο σου έλεγε ή ρίχνεις το ψηφοδέλτιο που σου δίνω ή πέρνα από το λογιστήριο), "φταίει ο έλληνας που ήταν από παλιά υποκριτής" (τι καλύτερο να είσαι όταν ο πιο «θρυλικός» πρωθυπουργός σου είναι ένας μοιχός εβδομηντάρης;) και βάζουν, δίχως πολλές φορές να το αντιλαμβάνονται, τον κόσμο στη διαδικασία αναζήτησης εχθρών. Που αν υπάρχουν πραγματικοί εχθροί της συλλογικότητας που αναζητάμε, είναι αυτοί οι ίδιοι, περισσότερο από τον οποιονδήποτε. Πάρτε το χαμπάρι κύριοι: η ηθική δεν συμβαδίζει με τον πολιτισμό.

Να με συμπαθάτε εσείς που ακόμη πλατσουρίζετε σε κάποιες παραλίες.

Υ.Γ.: Ο τίτλος του κειμένου παραπέμπει στον Arnaud Amaury, λεγκάτο του Πάπα. Είναι η απάντηση που έδωσε όταν, μετά την κατάληψη της Bezier το 1209, και λίγο πριν την επικείμενη σφαγή των απίστων. ρωτήθηκε πώς θα ξεχωρίσουν τους αιρετικούς από τους άλλους κατοίκους.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες