Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Die Angst des Tormanns beim Elfmeter (1972)

«Όλα όσα έμαθα για την ηθική, τα έμαθα από το ποδόσφαιρο» έλεγε ο Αλμπέρ Καμύ που υπήρξε, άλλωστε, φέρελπις τερματοφύλακας πριν τον χτυπήσει η φυματίωση. Και ο Πίτερ Χέντκε είχε αναμφίβολα τον «Ξένο» στο μυαλό του όταν έγραφε, το 1970, την «Αγωνία του τερματοφύλακα πριν το πέναλτι». Εκεί, κατά τη διάρκεια ενός αγώνα εκτός έδρας, ο τερματοφύλακας Γιόζεφ Μπλοκ (ένα όνομα που μοιάζει να προέρχεται, με τη σειρά του, από το Καφκικό σύμπαν – θυμηθείτε τον Γιόζεφ Κ. της «Δίκης») “τρώει” ένα γκολ και αποβάλλεται θεαματικά από τον διαιτητή. Το γεγονός σηματοδοτεί την αρχή ενός φαινομενικά άσκοπου ταξιδιού. Πριν όμως βρεθεί στο δρόμο για την επαρχία, ο Γιόζεφ θα στραγγαλίσει, χωρίς κανέναν προφανή λόγο, την γοητευτική ταμεία ενός κινηματογράφου. 

Το βιβλίο εντυπωσίασε τον Βιμ Βέντερς που αναγνώρισε πολλούς από τους δικούς του προβληματισμούς (ο ίδιος αναφέρει ακόμη και σήμερα τον Χέντκε ως τον «σημαντικότερο σύγχρονο συγγραφέα») και η έναρξη της συνεργασίας τους εδώ, οδήγησε σε μια σειρά αξιοσημείωτων ταινιών: Ο Χέντκε συνεργάστηκε με τον Βέντερς στη «Λάθος Κίνηση» (1975) και στα «Φτερά του Έρωτα» (1987), ενώ ο σκηνοθέτης προσέφερε τις υπηρεσίες του ως παραγωγός στην «Αριστερόχειρη γυναίκα» του 1978, σκηνοθετικό ντεμπούτο του συγγραφέα. 

Πάντως τόσο στον «Ξένο», όσο και στον «Τερματοφύλακα», ο «ήρωας» φαντάζει με άδεια, κενή οθόνη, έτοιμη να δεχτεί τις δικές μας προβολές, καθώς οι πράξεις του δείχνουν να μην υπακούουν σε κάποια στοιχειοθετημένη λογική. Η διαφορά; Το σημείο – μηδέν του «Ξένου» είναι ο θάνατος της μητέρας του. Του «Τερματοφύλακα» μας, ένα χαμένο… πέναλτι. Και η δύναμη του βιβλίου (κατ’ επέκταση, και της ταινίας του Βέντερς) έγκειται στη σημασία αυτής της επαγωγής: Στο χώρο του γηπέδου, ο τερματοφύλακας παραμένει ένας ήρωας αφανής, στις πλάτες του οποίου όμως ορίζεται ολόκληρο το παιχνίδι. Και φυσικά δεν εννοούμε το παιχνίδι εντός του γηπέδου, αλλά αυτό που λαμβάνει χώρα έξω απ’ αυτό, εκεί όπου η νίκη ή η ήττα μιας ομάδας καθορίζει, με τον τρόπο της, την κοινωνική συνοχή. 

Πόσο, λοιπόν, άσπλαχνος «γιος» αυτού του συστήματος, που τον μεγάλωσε και τον έθρεψε, πρέπει να είναι εκείνος που δεν παίρνει τον ρόλο του τερματοφύλακα στα σοβαρά! Και πόσο πένθιμη μοιάζει σήμερα η μοναχική πορεία του Γιόζεφ Μπλοκ, το απαθές βλέμμα του οποίου μοιάζει να κουβαλά, σχεδόν ερήμην του, μια υπόγεια, αλλά σαρωτική υπαρξιστική αγωνία. Οι θεατές πάντως που θα επιχειρήσουν να ανακαλύψουν τούτο το γερμανικό διαμάντι του 1972, ας γνωρίζουν πως το φιλμ ασχολείται ελάχιστα με την – όποια – αστυνομική ίντργκα ενώ ακόμη λιγότερο ενδιαφέρεται να μιλήσει και για το ποδόσφαιρο. Όσο για μένα, αναρωτιέμαι για το κατά πόσο ένας τέτοιος κινηματογράφος θα «μιλήσει» στο σημερινό κινηματογραφόφιλο κοινό που είναι πλέον συνηθισμένο σε Φεστιβαλικές βραβεύσεις ταινιών αυστηρώς κονιορτοποιημένων, όπως ακριβώς συμβαίνει και στο mainstream σινεμά.

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Babettes gæstebud (1987)


Μια φορά κι έναν καιρό, σε κάποιο μακρινό ψαροχώρι της Δανίας, ζούσαν δυο ηλικιωμένες αδελφές. Λένε πως στα νιάτα τους υπήρξαν καλλονές, αν και ποτέ κανείς δεν της κοίταξε με βλέμμα πονηρό: έμειναν βλέπετε στο χωριό τους, κοντά στον ιερέα πατέρα τους, συνεχίζοντας το ενάρετο έργο του.

Μέχρι που, μια μέρα, εμφανίστηκε στο κατώφλι του σπιτιού τους η Μπαμπέτ (η υπέροχη Στεφάν Οντράν), πρόσφυγας του Γαλλικού εμφυλίου πολέμου που γίνεται δεκτή, ως οικονόμος. Μετά από δεκατέσσερα χρόνια, όταν δηλαδή η Μπαμπέτ κερδίσει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, θα αποφασίσει να δείξει την ευγνωμοσύνη της με ένα μοναδικό δείπνο, φτιαγμένο ειδικά γι αυτές και τα μέλη της εκκλησίας, με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννηση του πάστορα. Και οι προτεστάντισσες αδελφές, θεωρώντας την υψηλή κουζίνα «αμαρτωλή», θα προτρέψουν τα υπόλοιπα μέλη της Εκκλησίας να μην εκφέρουν καμιά άποψη για τα φαγητά αλλά να μείνουν όσο το δυνατόν ανέκφραστοι.

Το μαγικό άγγιγμα πίσω από τη ματιά του ιδιοφυούς Γκάμπριελ Άξελ (που, το 1987, κέρδισε το ξενόγλωσσο Όσκαρ με αυτό το Δανέζικο αριστούργημα που επιτέλους επανεκδίδεται) έγκειται στο ότι αυτό ακριβώς το «άχρωμο» στοιχείο αποτελεί, στην ουσία, το πλουσιότερο συστατικό αυτής της γιορτής. Γιατί όσο οι αρχές των καλεσμένων «σκληραίνουν», τόσο λάμπουν τα βλέμματα κι άλλο τόσο φωτίζονται οι μορφές – δίχως για μια στιγμή να παρωδείται ο «συντηρητισμός» των ηλικιωμένων συνδαιτυμόνων.

Έτσι, το γαλλικό γαστρονομικό μπαρόκ της σώρευσης και της ακραίας σύνθεσης (διόλου παράξενο που τα βασικά στοιχεία της χημείας ανακαλύφθηκαν την ίδια εποχή) μεταμορφώνεται – κόντρα στις αρχές του gourmet «κινήματος» – σε έκφραση παγανιστικού ηδονισμού, καθώς οι καλεσμένοι δείχνουν να ανακαλύπτουν ξανά τις πρωταρχικές γεύσεις. Όλα αυτά, δοσμένα με μια «έντεχνη» απλότητα που η κινηματογράφηση της φαντάζει πραγματικός άθλος. Κι όμως, την απλότητα αυτή αγγίζει με φευγαλέα Χάρη ο Γκάμπριελ Άξελ, ολοκληρώνοντας ένα αξεπέραστο αριστούργημα, και θυμίζοντας μας τα λόγια του Αλμπέρ Καμί: «Επανάσταση είναι η νοσταλγία της αθωότητας».

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες