Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

Δυο λόγια για τον Νονό


Το κλασσικό πλέον φιλμ του Φράνσις Φορντ Κόπολα ξεκινά με μια γιορτή: Βρισκόμαστε στα 1945 και στo κτήμα τoυ στη Νέα Υόρκη, έvας ηλικιωμέvoς επικεφαλής της Μαφίας, o Βίτo Κoρλεόvε, γιoρτάζει τoυς γάμoυς της κόρης τoυ, Κόvι, με τov vεαρό Κάρλo Ρίτσι. Βλέπετε, ο Νονός μπορεί να είναι αρχιμαφιόζος, όχι όμως και αδυσώπητος γκάνγκστερ. Κουβαλά το φως και το σκοτάδι των Σικελιανών καταβολών του. Είναι ταυτόχρονα απειλητικός και κομψός, έτοιμος να λύσει οποιοδήποτε πρόβλημα – με αντάλλαγμα, φυσικά, την αφοσίωση. Από την πρώτη, φημισμένη σκηνή του φιλμ γίνεται ξεκάθαρο πως ο Βίτο Κορλεόνε διαχειρίζεται τόσο τα επαγγελματικά, όσο και τα οικογενειακά του ζητήματα, στον ίδιο χώρο: Στο σκοτεινό του γραφείο ακούει με κατανόηση τα προβλήματα του μεσήλικα επισκέπτη που ζητά βοήθεια για να εκδικηθεί τους βιαστές της κόρης του, και την ίδια στιγμή, στην αυλή, η δική του κόρη παντρεύεται τον αγαπημένο της σε μια γιορτή εξόχως ιταλική, γεμάτη παραδοσιακές μελωδίες και εύθυμα στιγμιότυπα. Έχει, με άλλα λόγια, βρει τις δικές του ισορροπίες μέσα στο Σύστημα, και προσπαθεί να τις διατηρήσει, αγνοώντας όμως πως τελικά, το Σύστημα αυτό έχει τους δικούς του κανόνες: Οι ανταγωνιστές του, που εμπορεύονται ναρκωτικά, αποφασίζουν να τον βγάλουν από τη μέση επειδή ο ίδιος αρνείται την οποιαδήποτε συνεργασία – με άλλα λόγια, πηγαίνει ενάντια στη πρόοδο. 

Όλα αυτά, συμβαίνουν παράλληλα με την οικοδόμηση μιας νέας Αμερικής όπου «ο γκαγκστερισμός έχει γίνει πια συνώνυμο του αμερικανισμού» (Βασίλης Ραφαηλίδης σε κριτική του δημοσιευμένη στο Βήμα το 1975). Με άλλα λόγια, η εξέλιξη της Μαφίας υπαγορεύεται κι αυτή από την άνοδο του Κεφαλαίου και, την ίδια στιγμή, η κοινωνία μέσα στην οποία λαμβάνει χώρα όλο αυτό το δράμα, δείχνει να εμπιστεύεται μεν το Πνεύμα του νόμου (οι παραβάτες οφείλουν να τιμωρούνται), όχι όμως και τους Επαγγελματίες της εφαρμογής του. Υποχρεωτικά, οι συνδέσεις Μαφίας και Κράτους θα εξομαλυνθούν με τον καιρό, όπως θα δούμε στο σίκουελ που ο Κόπολα γύρισε λίγα χρόνια μετά. Άλλωστε, η Εξουσία βρίσκεται παντού. Μονάχα τα κέντρα της αλλάζουν. Οι Μαφιόζοι του Νονού ενσαρκώνουν τον homo economicus στην πιο πρώιμη εκδοχή του. Και τα πάντα στο «Νονό» του 1972 είναι στη θέση τους: η ανασύσταση εποχής, μοναδική, οι δεσμοί του δράματος – και των πολιτικών σημάνσεων – με την τραγωδία, εξόχως οριοθετημένοι, η διαπεραστική βία των εικόνων εμβληματική και στο επίκεντρο όλων, μια ομάδα ερμηνευτών που αποδίδει τα μέγιστα. Ο Μάρλον Μπράντο (που επελέχθη για τον πρωταγωνιστικό ρόλο μετά από επιμονή του Κόπολα μιας και την εποχή εκείνη ο ηθοποιός θεωρείτο ξεγραμμένος) κέρδισε Όσκαρ Ανδρικού Ρόλου για την ερμηνεία του εδώ, και ο Πατσίνο έκανε την πρώτη του σημαντική εμφάνιση – αλλά σάμπως είναι χειρότεροι οι Ρόμπερτ Ντιβάλ, Ντάιαν Κίτον, Τζον Καζάλ και Τζέιμς Κάαν; 

Σκεφτείτε τώρα πως ο δεύτερος «Νονός» είναι ακόμα καλύτερος

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2016

Pop Vertigo

Μετά από μια ακρόαση του "Valotte" που ηχογράφησε ο Julian Lennon, γιος του John, το 1984, γύρεψα κάποιες συνεντεύξεις του και έπεσα πάνω σε μια όπου περιέγραφε τη σχέση του με τον Sean Lennon, το αγόρι που απέκτησε ο πατέρας του από μια άλλη γυναίκα, την Yoko - γυναίκα για την οποία, υπενθυμίζω, ο John Lennon εγκατέλειψε το σπίτι τους. Λοιπόν, σε αντίθεση με αυτό που θα περίμενε κανείς, οι δυο απόγονοι τα πηγαίνουν χάρμα, και σ' εκείνη την συνέντευξη αναφερόταν στα εφηβικά τους χρόνια όπου ο ίδιος συνήθιζε - ως μεγάλος αδερφός - να μαθαίνει πρώτος στον Sean τα σπουδαία "νέα" τραγούδια στη κιθάρα. Και ποιο ήταν το πρώτο, αγαπημένο τους κομμάτι που κάθισαν να βγάλουν μαζί;

Το "Faith" του George Michael.


Σάββατο, 11 Ιουνίου 2016

A reminder


Θα ειμαι εδώ (Βαλτετσίου & Μπενάκη) σήμερα το βράδυ.
Όποιος κάνει κέφι ας περάσει. Όρεξη για αλκοόλ υπάρχει. Οι συγκυρίες βλέπετε.

InstaNEA: Όλες οι ταινίες της εβδομάδας.



Truman / Warcraft / Η συμμορία των μάγων 2 / Οιδιπόδειο αλά Γαλλικά / Το Κάλεσμα 2

Σε δουλειά να βρισκόμαστε.

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

Νίκος Τριανταφυλλίδης (1966 - 2016)


                               - Πως κάνεις έτσι αγόρι μου; Όλοι θα πεθάνουμε μια μέρα
                               - Αυτό ξαναπες το.

Με την ίδια σκηνή, που εμφανίζεται στην αρχή και στο φινάλε της – αλίμονο – τελευταίας ταινίας του Νίκου Τριανταφυλλίδη, συναντάμε, και αποχαιρετούμε τους δυο «Αισθηματίες» ήρωες, υπέροχα ενσαρκωμένους από τον Χάρη Φραγκούλη και τον Δημήτρη Λάλο. Οι ερωτικές περιπέτειες και των δυο τους έχουν οδηγήσει στο θάνατο, ένα τέλος μάλλον άδοξο για τους περισσότερους θεατές που όμως, ξεχνούν τη σημαντικότερη  λεπτομέρεια: Ο Νίκος, που τόσο τους αγαπά, παίζοντας στο ριπλέι αυτή τη σεκάνς, τους χαρίζει την κινηματογραφική αιωνιότητα. «Γιατί όσο υπάρχει κινηματογράφος, τόσο θα υπάρχουν και Αισθηματίες έτοιμοι να πεθάνουν γι αυτόν – ούτως ώστε να ξαναγεννηθούν» είχαμε γράψει τότε, με αφορμή την διανομή της ταινίας στις ελληνικές αίθουσες. Η προβολή της κράτησε μόλις μια εβδομάδα. Εμείς όμως, θα τη κουβεντιάζουμε για πάντα. Όπως θα μιλάμε για πάντα και για το Νίκο Τριανταφυλλίδη, που πέρασε από τη ζωή σαν κομήτης, και έφυγε μόλις σήμερα, στα 49 του χρόνια.

Κυριακή, 5 Ιουνίου 2016

Süt (2008)


Ο Φλωμπέρ έγραψε κάποτε πως η ζωή ενός ποιητή είναι μια φρικτή ζωή αλλά και η μόνη που αξίζει κάποιος να ζήσει. Συνεπώς, ο ποιητής υποφέρει. Συνήθως δε, από «λεπτομέρειες» που δεν ενοχλούν και τόσο τους υπόλοιπους εξ ημών. Και υποφέρει επειδή οι έννοιες της συνέπειας και της αλήθειας είναι μέσα του βαθιά χαραγμένες. Μένει δηλαδή μακριά από αυτό που οδηγεί τον περιβόητο πολιτισμό μας στη βέβαιη, αργή και σιωπηλά επώδυνη αυτοκτονία του, από αυτή την αφόρητη ματαιότητα που ορίζει τις ζωές των άλλων, εκμηδενίζοντας τες. Ο ποιητής είναι απαλλαγμένος από αυτό. Μπορεί να βιώνει την οδύνη μέσα από τα βλέμματα των άλλων, και να υποφέρει γι αυτούς (περισσότερο κι από τους ίδιους), αλλά είναι απαλλαγμένος. Για τον ποιητή, όλα έχουν σημασία. Όλα μετράνε. 

Ο Γιουσούφ λοιπόν είναι ποιητής. Και παγιδευμένος. Μερικά από τα ποιήματα του έχουν ήδη αρχίσει να δημοσιεύονται σε κάποια λογοτεχνικά περιοδικά. Αλλά προς το παρόν, συνεχίζει να δουλεύει με τη χήρα μητέρα του στην τοπική γαλακτοβιομηχανία τους, η οποία επίσης δεν έχει σίγουρο μέλλον. Μέχρι τώρα, η χήρα μητέρα του είχε όλη της την προσοχή στραμμένη στον μοναχογιό της. Ακόμη νέα και όμορφη γυναίκα, έχει έναν διακριτικό δεσμό με τον σταθμάρχη της πόλης. Ο δεσμός της μητέρας τους σε συνδυασμό με την ακαταλληλότητα του για στρατιωτική θητεία (υποφέρει από επιληπτικές κρίσεις) κάνουν τον Γιουσούφ ακόμη πιο ανυπόμονο να κάνει ένα βήμα προς την ενηλικίωση. Παράλληλα η «βιομηχανική επανάσταση» κάνει την εμφάνιση της στους λόφους της γειτονικής μας χώρας. 

Σε έναν κόσμο που αλλάζει αμετάκλητα, χρησιμοποιώντας ως μοναδικά του εφόδια τα χειρότερα των ενστίκτων μας, τι απομένει στους ποιητές; Τίποτε άλλο από την καταγραφή αυτής της τραγωδίας. Αν η κάμερα στο "Γάλα" του Σεμίχ Καπλάνογλου κοντοστέκεται στις σιωπές και στα μονοπλάνα (τα οποία όμως, ανά στιγμές κρύβουν τρομερό σασπένς, όπως στη συγκλονιστική σκηνή του ατυχήματος), το κάνει κυρίως για να εντοπίσει αυτή την ποίηση που κρύβεται στις λεπτομέρειες, που ξεγλιστρά ανάμεσα στις χαραμάδες της πραγματικότητας. Και ενώ όλα συγκλίνουν στο αδιέξοδο, δέσμες φωτός λευκαίνουν την οθόνη, αφήνοντας την πικρή γεύση μιας ελπίδας κάλπικης, μιας ζωής φρικτής. 

Που όμως, είναι η μόνη που αξίζει κάποιος να ζει.

Μικρά διαλεκτικά άλματα.


"Ο έρωτας δεν αποτελεί φυσική πράξη, είναι κάτι το ανθρώπινο και, εξ ορισμού, το πιό ανθρώπινο, δηλαδή ένα δημιούργημα, κάτι που εμείς φτιάξαμε, που δεν προϋπήρχε στη φύση. Κάτι που στήσαμε, που το στήνουμε καθημερινά και που καθημερινά το γκρεμίζουμε".

(Οκτάβιο Πας, "Ο Λαβύρινθος Της Μοναξιάς" / Η φωτό από το "Brown Bunny").

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

El olivo (2016)


«Εδώ υπάρχει δέντρο τούτο, που εγώ δεν ακούω να υπάρχει στη γη της Ασίας, αφύτευτο που ξεφυτρώνει μόνο του, φόβητρο για τα εχθρικά δόρατα. Και φυτρώνει πιο πολύ σ’ αυτή τη χώρα, το φύλλωμα της γλαυκής παιδοτρόφας ελιάς. Που ούτε νέος, ούτε γέροντας θα αφανίσει χαλώντας με τα χέρια του, διότι το προστατεύει το μάτι του Μορίου Διός, που τα πάντα βλέπει, και η γλαυκόματη Αθηνά», διακηρύττει ο Χορός στο «Οιδίπους επί Κολωνώ». Ένα τέτοιο δέντρο φύτρωσε και στη Βαλένσια, γύρω από το οποίο αναπτύχθηκαν τα κλαδιά της οικογένειας της Άλμα (που στα Ισπανικά μεταφράζεται «Ψυχή»), για χιλιάδες χρόνια, μέχρι που μια στιγμή, γονείς και θείοι, πιεσμένοι από την οικονομική κρίση, αναγκάστηκαν να την ξεριζώσουν και να την πουλήσουν. Και ο παππούς, που η Άλμα αγαπά όσο κανέναν, μαράζωσε, ξεριζωμένος κι ο ίδιος από τους δεσμούς που τον ένωναν μ’ αυτή τη γη. Τα χρόνια περνούν, κι εκείνος σταματά να μιλά.

Όταν αρνείται πια και να φάει, η Άλμα πιστεύει ότι ο μόνος τρόπος να τον βοηθήσει, είναι να βρει και να φέρει πίσω την χαμένη ελιά. Έτσι, χωρίς κάποιο οργανωμένο σχέδιο, πείθει συγγενείς και φίλους να την ακολουθήσουν στην αναζήτηση της, που την οδηγεί στη… ρεσεψιόν μιας πολυεθνικής εταιρίας κάπου στο Ντίσελντορφ της Γερμανίας. Με άλλα λόγια, αναλαμβάνει δράση – και η δράση, ιδίως όταν αυτή ριζώνει σε έναν ιδεαλισμό, οδηγεί ευθέως στη σύγκρουση με τις αντίθετες ατομικότητες, κάτι που ουσιαστικά την αποκλείει από το κοινωνικό σύστημα που, καλώς ή κακώς, δεν καθορίστηκε με βάση κάποια ιδεαλιστικά μοντέλα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο εχθρός εδώ είναι η Ιδιοκτησία, ως φαινόμενο κοινωνικό. Γιατί η Άλμα (και έχει σημασία αυτό), δεν αναζητά την ελιά επειδή της ανήκει. Θέλει απλά να την επιστρέψει στον τόπο της.

Η ίδια βέβαια νομίζει πως στρατεύεται για λόγους συναισθηματικούς, ο Πολ Λάβερτι όμως, επιστήθιος συνεργάτης του Κεν Λόουτς που εδώ υπογράφει το σενάριο για λογαριασμό της ικανότατης Ισιάρ Μπολαίν που σκηνοθετεί αυτό το τρυφερό, υπέροχο φιλμ, ξέρει πολύ καλά πως η Άλμα δεν έχει μονάχα σχέσεις διαπροσωπικές, αλλά και με την Ιστορία. Αυτό το περίφημο ραντεβού βέβαια θα αργήσει λίγο ακόμα. Μέχρι δηλαδή οι ρίζες της νεαράς, πλέον ελιάς, σκάψουν ξανά το έδαφος, αναζητώντας δεσμούς και υψώνοντας ταυτόχρονα τα κλαδιά της ούτως ώστε να παραμεριστεί η Αρχή εκείνη που αδίκως εμπιστεύτηκε την προστασία της Φύσης στους οικολόγους, παραμελώντας εντελώς τους «αντιδραστικούς» χωριάτες που ζουν στο έλεος της. Βλέπετε, η Φύση ανήκει μονάχα σ’ αυτούς. Άντε και στους ποιητές. Και το κλαδί ελιάς που επιβιώνει στο φινάλε, είναι για την Άλμα (όπως και για τον Νώε – αναπόφευκτες οι ποιητικές επαγωγές) η αποφασιστική διαβεβαίωση πως η ανθρώπινη ζωή μπορεί επιτέλους να ξαναρχίσει.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες