Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

Un tango más (2015)


Το ταγκό γεννήθηκε στο δρόμο, στα στενά και τα σοκάκια του Μπουένος Άιρες. Πρώτη καταγραφή του συναντάμε σε λεξικό της ισπανικής Βασιλικής Ακαδημίας των γραμμάτων, στα τέλη του 19ου αιώνα: «Γιορτή και χορός Αφρικανών και / ή ατόμων που ανήκουν στις χαμηλότερες κοινωνικές και οικονομικές τάξεις της Αμερικής» (σ.σ.: ο συγγραφέας αναφέρεται, προφανώς, στις ισπανόφωνες περιοχές κάτω από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά). Στο ίδιο λεξικό, σε έκδοση του 1925, το ταγκό έχει πλέον αναβαθμιστεί. Είναι «χορός της υψηλής κοινωνίας που έφτασε στην Αμερική στις αρχές του αιώνα». Ό,τι δηλαδή συνέβη και με τα μπλουζ που πέρασαν από το «δρόμο» και τους οίκους ανοχής της Νέας Ορλεάνης στα πολυτελή music hall αλλά και στις καρδιές ανθρώπων που, φαινομενικά, μοιάζουν έτη φωτός μακριά απ’ αυτή την κουλτούρα. 


Η Μαρία Νιέβες Ρέγο, 80 ετών σήμερα και ο Χουάν Κάρλος Κόπες, 83 ετών, γνωρίστηκαν όταν ήταν 14 και 17 αντίστοιχα. Έγιναν διάσημοι χορεύοντας μαζί, για μισό αιώνα. Αγάπησαν και μίσησαν ο ένας τον άλλον, αλλά με κάποιον τρόπο, αυτή η δυναμική της σχέσης τους απλά «επέστρεφε» στο ταγκό, και ο χορός τους γινόταν ολοένα και πιο φλογερός, πιο βαθύς, πιο θεαματικός και συνάμα πιο σπαρακτικός στις λεπτομέρειες του. Ακόμη και μετά το τέλος της σχέσης τους, ο χορός θα συνεχίσει – τουλάχιστον μέχρι τις προσταγές της συζύγου του Χουάν, που θα φέρουν το οριστικό τέλος στην κοινή τους χορευτική διαδρομή. 


 Στο δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ του Τζέρμαν Κραλ, παρακολουθούμε την ιστορία τους (αλλά και τον εκπληκτικό τους χορό) μέσα από αφηγήσεις προσωπικές, όσο και τρυφερές, ενώ μια ομάδα νέων χορευτών από το Μπουένος Αϊρες, μεταμορφώνουν τις δραματικές στιγμές τους σε χορογραφίες μάλλον λιγότερο εμπνευσμένες. Και το κινηματογραφικό ενδιαφέρον; Αυτό παραμένει, φοβάμαι, μικρό. Στιγμές φιλμογραφικής έμπνευσης δεν υπάρχουν. Παραμένει μονάχα η αξία της καταγραφής. Που δεν μπορεί να στηρίξει από μόνη της ένα ολόκληρο φιλμ, έχει όμως τη δική της δύναμη η οποία μοιάζει ανά στιγμές να ξεπερνά την όποια κινηματογραφική του υπόσταση.

Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

Στην επιφάνεια του Ταξιτζή

«Όλα τα ζώα εμφανίζονται τη νύχτα: πόρνες, βρωμιάρες, καθάρματα, αδερφές, χασικλήδες, πρεζάκια, διεστραμμένοι… Κάποια στιγμή θα έρθει μια βροχή και θα ξεβρωμήσει τους δρόμους μας». Ένα μισανθρωπικό παραλήρημα ντύνει τις νυχτερινές εξορμήσεις του Ταξιτζή, δηλαδή του Τράβις Μπικλ, δηλαδή του Ρόμπερτ Ντε Νίρο, δηλαδή του Τράβις Μπικλ. Οι βρώμικες λεπτομέρειες των διαδρομών του περιγράφονται, για εμάς, στο soundtrack σε voiceover από τον ίδιο, μέχρι που πέφτει πάνω σε ανήλικη πόρνη (μια εξίσου ανήλικη τότε Τζόντι Φόστερ): η μικρή θα γίνει το βασικό αντικείμενο των φαντασιώσεων του ενώ παράλληλα, θα βάλει μπρος το σχέδιο για τη δολοφονία ενός αμερικανού υποψηφίου γερουσιαστή. 

Ο Μπικλ (βετεράνος του Βιετνάμ) δεν είναι μια ηρωϊκή φιγούρα. Ξεκάθαρα αυτιστικός, αδυνατεί να συνυπάρξει και να κουβεντιάσει με τον οποιοδήποτε. Ακόμα και τα voice over του κομπιάζουν, οι φράσεις μπερδεύονται η μία μέσα στην άλλη δημιουργώντας ένα ηχητικό κολάζ που μοιάζει με σχιζοειδής ανταπόκριση από το μέτωπο. Η δε σχέση του με τις γυναίκες, ανύπαρκτη. Γοητεύει, σχεδόν κατά λάθος, την Σίμπιλ Σέπερντ και στο πρώτο τους ραντεβού την πάει σε… τσοντάδικο, επειδή η γυναίκα, γι αυτόν, έχει συγκεκριμένη χρηστική αξία.  Ναι, είναι «μόνος» όπως οι περισσότεροι από εμάς. Άλλο όμως η μοναξιά, άλλο η μοναχικότητα. Τη μοναξιά την απεύχεσαι, τη μοναχικότητα την επιλέγεις. Κι όταν κάθε προσπάθεια κοινωνικοποίησης πέσει στο κενό, τότε θα επιλέξεις τη μοναχικότητα, ούτως ώστε να χαϊδέψεις το Υπερεγώ και τις παραισθήσεις του.

Γυρισμένος το 1976, ο Ταξιτζής τσίμπησε έναν Φοίνικα στις Κάννες κι έβαλε στο κινηματογραφικό χάρτη τον Σκορσέζε. Στην Ελλάδα όμως οι κριτικοί είχαν πολλές διαφορές να λύσουν. Η μεγαλύτερη εξ αυτών: αποθεώνει ο «Ταξιτζής» τη βία του (αντι)ήρωα του; Ο Βασίλης Ραφαηλίδης έγραφε τότε πως για να εξετάσει κάποιος το αν είναι φασίστας τότε θα πρέπει να δει τον «Ταξιτζή» και να ελέγξει τις αντιδράσεις του.  Και το ζήτημα εδώ είναι πως ο Σκορσέζε γνωρίζει πολύ καλά με τι χαρακτήρα έχει να κάνει. Όχι τόσο επειδή τον εμπνεύστηκε (το κομμάτι αυτό ανήκει στον Πολ Σρέντερ που υπέγραψε το σενάριο), όσο επειδή και ο ίδιος τον συναισθάνθηκε. Μόνο όμως ένας γνήσιος και απεγνωσμένος Καθολικός σαν τον Σκορσέζε θα μπορούσε να έρθει σε επαφή με αυτό το σκοτάδι. Γι αυτό και η κάμερα απομακρύνεται απ’ αυτόν σ’ εκείνη τη συγκλονιστική σεκάνς του τηλεφώνου – από οίκτο.


Το υπόλοιπο φιλμ όμως είναι  δοσμένο υποκειμενικά, έτσι που, στο τέλος, εκθέτει (με ομολογουμένως εμπνευσμένη σαφήνεια), το χειρότερο πρόσωπο του Δυτικού ανθρώπου που υποκύπτει στη καταστροφική του μανία επιζητώντας κοινωνική επιβράβευση – μη ξεχνάτε πως πίσω απ’ όλο αυτό υπάρχει ένα ανθρωπιστικό έρεισμα (ωωω τη καημένη την ανήλικη πουτάνα). Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο Μπικλ, που μετά το μακελειό του φινάλε δείχνει να την έχει κερδίσει, παραμένει μια βόμβα έτοιμη να εκραγεί, με μοναδικό προορισμό το σκοτάδι από το οποίο προήλθε, συμπαρασύροντας ίσως μαζί του και όλους εμάς, τους μέτοικους αυτής της κολασμένης Γης που πρέπει να οδηγηθεί στο αίμα, για να ξαναγεννηθεί. Ιδανικό Happy End για τον Σκορσέζε του Ταξιτζή που, συντονισμένος απόλυτα με την υπαρξιστική απόγνωση του Σρέντερ θα συνεργαστεί ξανά με τον σεναριογράφο στο «Οργισμένο Είδωλο», τον «Τελευταίο Πειρασμό» και τα «Σταυροδρόμια της Ψυχής», τις πιο οριακά απελπισμένες του δουλειές. 

Αστεράκια τέλος.


Όταν με ρωτούν για τη δουλειά μου, για την κριτική, το πρώτο που λέω είναι πως, αν ήταν στο χέρι μου, θα καταργούσα κάθε μορφή βαθμολογίας. Αυτά τα ρημάδια τα αστέρια δηλαδή, που έχουν καταστρέψει τη δουλειά μας, που έχουν επιβληθεί από διαφημιστές και εκδότες και που έχουν καταντήσει, εδώ και δεκαετίες, να έχουν μεγαλύτερη "αξία" από το ίδιο το κείμενο. Εντελώς παράδοξο λοιπόν το γεγονός πως, ακόμα κι εδώ, τα χρησιμοποιώ. Μάλλον απο συνήθεια, υποθέτω. Από αύριο θα ξεκινήσω να τα αφαιρώ. Αν σας ενοχλεί αυτό, υπάρχουν τόσες και τόσες σελίδες που θα σας επαναφέρουν στην ασφάλεια. Για τους υπόλοιπους, ελπίζω να διαβάζετε εδώ, που και πού, κάτι το αξιόλογο. 

Conversations with remarkable people, v.24: Vincent Cassel


Μόνιμος κάτοικος Βραζιλίας εδώ και χρόνια, ο Βενσάν Κασέλ, αναμφίβολα ο μεγαλύτερος Γάλλος σταρ των τελευταίων ετών, πρωταγωνιστεί στο φιλμ «Ο Βασιλιάς μου» της Μαϊγουέν που προβάλλεται αυτές τις μέρες στις κινηματογραφικές αίθουσες. Τον συναντήσαμε στις Κάννες. Ο καιρός ήταν καλός, και ο ίδιος είχε τα κέφια του. Συνθήκες ιδανικές για μια προσωπική κουβέντα, όπως αυτή που ακολουθεί.


Κύριε Κασέλ, καλημέρα σας.

Καλημέρα και σ’ εσάς. Λατρεύω αυτή τη λιακάδα! Πείτε μου, σας άρεσε η ταινία;

Μου άρεσε αρκετά.

Αρκετά ε; Δεν τρελαθήκατε δηλαδή. Ευτυχώς που δεν είστε ένας από τους αδελφούς Κοέν (σ.σ.: Πρόεδροι της Κριτικής Επιτροπής των Καννών όταν έγινε αυτή η συνέντευξη).

Σας βρήκα όμως εξαιρετικό στην ταινία.

Α, το συζητάμε τότε (γέλια).

Πόσο εύκολο ήταν να ενσαρκώσετε έναν χαρακτήρα σε μια ερωτική ιστορία γραμμένη από μια γυναίκα σκηνοθέτιδα σαν τη Μαϊγουέν;

Θέλετε να σας πω την αλήθεια; Όταν διάβασα το σενάριο συνειδητοποίησα πως έχει γραφτεί από γυναίκες που αντιλαμβάνονται ελάχιστα τον ανδρικό ψυχισμό. Ουσιαστικά ήθελα να σώσω αυτόν τον χαρακτήρα. Στις πρόβες το δήλωσα εξ’ αρχής: κορίτσια, η ματιά σας στους άνδρες είναι λάθος, το ίδιο και η κρίση σας. Μέσα από τους αυτοσχεδιασμούς μας προέκυψε αυτό που είδατε στη μεγάλη οθόνη. Και εδώ οφείλω να βγάλω το καπέλο μου στη Μαϊγουέν: Κανένας σκηνοθέτης δε θα άφηνε ένα τέτοιο περιθώριο ελευθερίας στον πρωταγωνιστή του. Στο αρχικό σενάριο η ηρωίδα έμοιαζε με άβουλο θύμα – όλα ήταν δοσμένα με έναν σχηματικό, διδακτικό τρόπο. Ούτε χειριστικοί είναι όλοι οι άντρες, ούτε νάρκισσοι.

Ποιο είναι το πρόβλημα λοιπόν;

Το πρόβλημα έρχεται όταν το αίσθημα ευθύνης που διαθέτουμε κοντράρει αυτό που είμαστε στ’ αλήθεια. Αυτή η ισορροπία ανάμεσα στο να είμαστε ακέραιοι και απέναντι στις υποχρεώσεις μας, και στους εαυτούς μας. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου οι σχέσεις τον δυο φύλων επαναδιαπραγματεύονται ασταμάτητα, και δεν είναι μόνο οι γυναίκες που πελαγώνουν – συμβαίνει και σ’ εμάς. Να το πω αλλιώς: Είναι οκ για μια γυναίκα όταν έρχεται, ας πούμε, σε επαφή με την ανδρική της πλευρά. Σ’ εμάς… όχι και τόσο.

Και πως το λύνουμε αυτό;

Δεν ξέρω αν λύνεται. Δεν ξέρω αν το να είσαι ευτυχισμένος με κάποιον ανήκει στη σφαίρα του εφικτού. Από την άλλη, αν έχεις περάσει χρόνια με κάποιον και ξαφνικά δε μιλάτε πια, και να υπογραμμίσω εδώ πως δεν κάνουμε ακριβώς μια προσωπική κουβέντα αλλά μια θεωρητική, τότε ίσως και να μην αγαπιόσασταν εξ’ αρχής. Είναι σαν τη φιλία – αν κάποιος σε προδίδει, πιθανότατα δεν υπήρξε ποτέ φίλος σου. Αν έχεις αγαπήσει κάποιον, έχεις αναλάβει και μια ισόβια ευθύνη. Όπως συμβαίνει με την Αλεπού στο Μικρό Πρίγκιπα (σ.σ.: Ο Βενσάν Κασέλ χάρισε τη φωνή του στη γαλλική βερσιόν της ταινίας). Τώρα, αυτό που μπορείς να κάνεις, είναι να αποδεχθείς τα ελαττώματα σου, αυτό που είσαι. Δεν αποτελεί ακριβώς εξέλιξη αυτό – είναι όμως μια κάποια πρόοδος.

Δε συμβαίνει ακριβώς αυτό στην ταινία. Δεν ξέρουμε ποιος είναι ο «Τζότζο», η ταινία δεν μας επιτρέπει μια προσωπική στιγμή μαζί του.

Ισχύει. Μη ξεχνάτε πως με κινηματογραφεί μια γυναίκα. Μπορεί να έχουν υπάρξει σημαντικές αλλαγές στο σενάριο, στο φινάλε όμως παραμένω ένας άνδρας που φιλμογραφείται μέσα από το βλέμμα της Μαϊγουέν. Και δεν παίζεις με τη Μαϊγουέν. Δε μπορείς να τη κοροϊδέψεις, η ματιά της είναι δυνατή, και στο σετ είναι το αφεντικό. Λάτρευε τους αυτοσχεδιασμούς μας, αλλά στο τέλος κρατούσε εκείνα τα κομμάτια που εκείνη ένοιωθε πως ευνοούσαν το δράμα. Συμφωνούμε ευτυχώς στα βασικά.

Και ποια είναι αυτά;

Συμφωνούμε πως άνδρες και γυναίκες είμαστε λίγο – πολύ ίδιοι. Οι ανάγκες μας είναι ίδιες, το ίδιο και τα προβλήματα μας. Μονάχα οι λεπτομέρειες αλλάζουν. Ή, αν θέλετε, είμαστε τόσο διαφορετικοί που είμαστε όμοιοι – αν με εννοείτε. Δε ξέρω, την ταινία του Γκασπάρ Νοέ την είδατε;

Εννοείτε την «Αγάπη»; Όχι ακόμα

Α, να το κάνετε. Εκεί ίσως να βρείτε περισσότερες απαντήσεις. Το ξέρετε πως, όταν ο Νοέ προσέγγισε εμένα και τη Μόνικα το 2001, μας πρότεινε αυτό το σενάριο; (Σ.σ.: Τελικά γύρισαν μαζί το «Μη αναστρέψιμος»). Μας πρότεινε δηλαδή ένα σπαρακτικό μελόδραμα, αλλά με αληθινές ερωτικές σκηνές.

Ποιος αρνήθηκε;

Εγώ! Η Μόνικα ήθελε να το κάνουμε! «Κάτσε λίγο να το κουβεντιάσουμε» μου είπε, «γιατί είπες όχι τόσο γρήγορα;». Και το κουβεντιάσαμε, μέχρι που συνειδητοποίησε κι εκείνη και εγώ πως θα ήταν αδύνατο να «αποδώσω» τα απαραίτητα. Τουλάχιστον μπροστά σε μια κάμερα, έτσι; (γέλια)

Αντιληπτό το τελευταίο. Γιατί όμως αρνηθήκατε τελικά;

Στην αρχή θεωρούσα πως το σεξ μπροστά στο φακό αποτελεί για μένα ένα κάποιου είδους ταμπού. Τελικά κατάλαβα πως επιζητώ αυτή την απόσταση ανάμεσα σ’ εμένα και το κοινό

Μιλήσατε σαν αληθινός σταρ.

Α, όχι, δεν τον δέχομαι τον χαρακτηρισμό. Δεν είμαι σταρ. Είμαι ηθοποιός. Πλησιάστε με λίγο, θα σας πω ένα μυστικό. (Ψιθυριστά): Όλα είναι μια μπλόφα. Ένα κόλπο, μια απάτη. Δεν υπάρχουν σταρ, δεν υπάρχει καμιά μαγεία πίσω απ’ όλο αυτό. Καμιά αληθινή μαγεία, μονάχα τα κόλπα ενός ταχυδακτυλουργού. Απλά ξέρω να πουλάω καλά αυτό που κάνω. Και όταν βλέπω πως «τρώτε» το παραμύθι, τότε ξέρω πως έχω κάνει καλά τη δουλειά μου και μπορώ να σας αποχαιρετήσω ευτυχισμένος. Όπως τώρα, καλή ώρα. (Σηκώνεται, με χαιρετά, και φεύγει χαμογελαστός).

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016

Midnight Special (2016)


Υπάρχουν ταινίες επιστημονικής φαντασίας που μας ταξιδεύουν έτη φωτός μακριά από τη στρατόσφαιρα, σ’ ένα μέλλον θεαματικών τεχνολογικών επιτευγμάτων και διαστημικών ταξιδιών. Υπάρχουν όμως κι εκείνες που αρνούνται το Διάστημα και μένουν Εδώ. Επιμένουν δηλαδή, με «άρμα» το επιστημονικό τους στοιχείο, να μας ταξιδεύουν σ’ εκείνη τη μυθική εποχή που δεν πρόλαβε να γνωρίσει ούτε επιστήμη, ούτε διαλεκτική, με τις έννοιες της ηθικής και της λογικής να παραμένουν ακόμα μέρη μιας αδιαίρετης Ολότητας. Συνήθως, διακατέχονται από ένα αόριστο θρησκευτικό συναίσθημα: Εκεί, το άγνωστο πλάσμα που μας επισκέπτεται από το διάστημα είναι ουσιαστικά ανομάτιστο και ιδεατό.

Με άλλα λόγια, ο εξωγήινος, είτε είναι ο «Ε.Τ.» του Σπίλμπεργκ, είτε ο Σούπερμαν, είτε ο «Αδελφός από έναν άλλο πλανήτη» (για να θυμηθούμε και τον Τζον Σέιλς) δεν είναι παρά ένας μεταφορέας στον οποίο κομίζουμε το ιδεατό μας σώμα.

Στον υπέροχο «Εκλεκτό της νύχτας» του Τζεφ Νίκολς (ας το ξαναγράψουμε: από τα σημαντικότερα ονόματα της σύγχρονης αμερικανικής κινηματογραφίας) ένας πατέρας προσπαθεί να προστατέψει τον γιο του από μια ομάδα θρησκόληπτων, αλλά και από τους αστυνομικούς που τον καταδιώκουν για την απαγωγή του μικρού παιδιού, που μοιάζει να υποφέρει από εξώκοσμα «χαρίσματα». Η δε έντονη λάμψη που πηγάζει από τα μάτια του, προκαλεί αμηχανία και πόνο – σωματικό στο ίδιο, και συναισθηματικό στον πατέρα του (κομβικό σημείο εδώ, η σύγκρουση πατρότητας και πίστεως). 

Είναι όμως η καταδίωξη τους, αγωνιώδης και συνεχής, που αποτελεί τον κύριο όγκο ενός δράματος on-the-road, γεγονός που τοποθετεί το «Midnight Special» (ο αυθεντικός τίτλος παραπέμπει στα μεταμεσονύχτια προγράμματα προβολών «δεύτερων» ταινιών) στην εντελώς ξεχωριστή κατηγορία των διαστρικών road movies όπου συναντάμε και τις μεγαλύτερες επιρροές του: Από τη μια οι θρυλικές «Στενές επαφές Τρίτου Τύπου» του Σπίλμπεργκ, και από την άλλη, ο ξεχασμένος, αλλά βαθιά ουμανιστής «Starman» του Τζον Κάρπεντερ. Στη μέση ο Νίκολς, που γραπώνει αυτά τα δυο νήματα, οδηγώντας τα σε ένα φινάλε που θεμελιώνεται στον κοινό τους τόπο, αυτόν της κοσμικής ελπίδας. Ή, έστω, της αληθοφανούς αυταπάτης μας. 

Που αναζητούμε πότε στ’ αστέρια, και πότε στο Μεγάλο Σινεμά.

Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

Ώρα για ταινιάρα: GET CARTER


Ένα αγαπημένο όσο και σκληρό φιλμ, μια μεγάλη στιγμή για το βρετανικό σινεμά, ένας τεράστιος Κέιν και λίγη φλυαρία για επτά λεπτά και επτά δευτερόλεπτα. Κλικάρετε στη φωτό παρακαλώ.

Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

Conversations with remarkable people, v.23: Gianfranco Rosi


Αν και βρίσκεται περίπου 200 χιλιόμετρα ανοικτά της νότιας ακτής της Ιταλίας, η Λαμπεντούζα έχει γίνει πρωτοσέλιδο παγκοσμίως τα τελευταία χρόνια σαν το πρώτο λιμάνι εισόδου για εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες της Αφρικής και Μέσης Ανατολής που ελπίζουν να κάνουν μια νέα ζωή στην Ευρώπη. Ο Rosi έζησε στο νησί, συλλαμβάνοντας την ιστορία της, τον πολιτισμό και την τρέχουσα καθημερινή πραγματικότητα των 6.000 κατοίκων της, καθώς εκατοντάδες μετανάστες φτάνουν στις ακτές της σε εβδομαδιαία βάση. Το ντοκιμαντέρ που προέκυψε, με τίτλο «Φωτιά στη Θάλασσα», κέρδισε το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Βερολίνου. Λίγες μέρες μετά, ο Ιταλός Πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι ανακοίνωνε πως θα μοιράσει κόπιες του στην προγραμματισμένη σύνοδο κορυφής των Ευρωπαίων Ηγετών, στην Τουρκία, τον περασμένο Μάρτιο. Τίποτα δεν άλλαξε. Πετυχαίνω τον σκηνοθέτη στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Μιλάμε για περίπου δεκαπέντε λεπτά.


Μια δημοσιογράφος στο Βερολίνο σας «έψεξε» για την απουσία ξεκάθαρων θέσεων γύρω από το προσφυγικό ζήτημα. Περίμενε απαντήσεις.

Πολλοί περιμένουν απαντήσεις, αλλά η ταινία μου είναι περισσότερο μια κραυγή απόγνωσης, πιο κοντά στην ιστορία αυτού του παιδιού που έρχεται αντιμέτωπο με έναν κόσμο που αγνοούμε. Ναι, ξέρω, κάθε ταινία είναι πολιτική, όπως θα έλεγε ο Γκοντάρ, αλλά δεν έχω λύσεις να δώσω με το «Fuocoamare», ούτε απαντήσεις. Ας το κάνει ο Μάικλ Μουρ αυτό. Ο Μουρ μοιάζει να έχει απαντήσεις για όλα. Για μένα όμως, αυτό αποτελεί και το σημείο έναρξης μιας διαλεκτικής που κάπως πρέπει να αρθρωθεί. Η ταινία μου δε θέλει να μιλήσει με πολιτικούς όρους, αλλά με συναισθηματικούς. Για κάποιους αυτό αποτελεί πρόβλημα. Για μένα όχι.

Με αυτούς τους όρους άλλωστε, απευθύνθηκε στον κόσμο και ο Ιταλικός Νεορεαλισμός. Αισθάνεστε πως κουβαλάτε κάτι απ’ αυτή την κληρονομιά;

Είναι ένα ερώτημα που θέτω συχνά στον εαυτό μου. Από τη μια, χρησιμοποιώ κι εγώ αληθινούς ανθρώπους από τους οποίους προκύπτει το όλο δράμα, από την άλλη δεν τους αποδίδω ρόλους, όπως συνέβαινε στον νεορεαλισμό, αλλά προσπαθώ να σεβαστώ όσο γίνεται περισσότερο την αληθινή τους ταυτότητα. Προσπαθώ να αποτυπώσω την ουσία της καθημερινότητας τους. Δουλεύω πάντα χωρίς σενάριο. Το καθήκον μου είναι η απεικόνιση της αλήθειας τους: Το παιδί, ο γιατρός, ο ντι-τζέι… όλοι οι άνθρωποι στο «Fuocoamare» κουβαλούν μια ιστορία. Μη ξεχνάτε πως εκτός από ντοκιμαντερίστας, είμαι και κινηματογραφιστής. Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι η αφήγηση μιας ιστορίας.

Βρεθήκατε στη Λαμπεδούσα, για πόσο καιρό;

Έζησα ένα χρόνο εκεί. Κυρίως για να χτίσω κάποιους δεσμούς εμπιστοσύνης. Ξέρετε, το πιο δύσκολο εφέ είναι να εξαφανίσεις την κάμερα. Κάπως, με κάποιο τρόπο, πρέπει να κάνεις τους ανθρώπους να ξεχάσουν πως είσαι εκεί για να τους κινηματογραφήσεις. Και είναι μια δύσκολη διαδικασία – κυρίως γιατί πολύ συχνά χάνεις την πυξίδα σου. Ξεκινάς να γυρίσεις το φιλμ που έχεις στο μυαλό σου και συνειδητοποιείς πως τίποτε απ’ όλα αυτά δεν αφορούν τους ανθρώπους και το δράμα τους.

Και που πρέπει να λέει «όχι» ένας ντοκιμαντερίστας; Ποια είναι τα όρια της ηθικής ενός τέτοιου θεάματος;

Οι αμφιβολίες αυτές έρχονται συνήθως τη στιγμή του μοντάζ. Όχι όμως όταν κινηματογραφώ. Άλλωστε, δεν κυκλοφορώ καθημερινά με μια κάμερα – και είναι σημαντικό να ξέρεις πότε να σταματάς. Αλλά όταν αποτυπώνω κάτι σε φιλμ ξέρω πως έχει σημασία, πως πρέπει να κινηματογραφηθεί. Και ο θάνατος… (σ.σ.: Σταματά για μισό λεπτό περίπου) Δε θα σας πω ψέματα, το σκέφτηκα πολύ. Αλλά είναι μια πραγματικότητα. Δεν έχει κανένα νόημα να προσποιούμαστε πως δεν υπάρχει, πως δεν είναι εκεί. Όταν πεθαίνουν άνθρωποι με αυτόν τον τρόπο, από τις αναθυμιάσεις μιας μηχανές, σαν σε θάλαμο αερίων, πρέπει να το γνωρίζουμε, πρέπει να ξέρουμε τι συμβαίνει σ’ αυτές τις θάλασσες. Ήταν το σημείο που άγγιξα και τα όρια μου σαν κινηματογραφιστής.

Δηλαδή;

Σταμάτησα το γύρισμα. Όχι για μια μέρα, το σταμάτησα μια και καλή. Αποφάσισα πως ο ρόλος μου εδώ είχε τελειώσει, πως θα μοντάρω την ταινία με το ήδη υπάρχον υλικό. Δεν είχα τη δύναμη να συνεχίσω, αν θέλετε. Ειδικά όταν συνειδητοποίησα πως αυτό που απεκαλύφθει μπροστά στα μάτια μας ήταν μονάχα ένα κομμάτι αυτής της τραγωδίας, της μεγαλύτερης που συνέβη στην Ευρώπη μετά το Ολοκαύτωμα.

Το είπατε και στο Βερολίνο αυτό – ενοχλώντας αρκετούς.

Εγώ έχω την αίσθηση πως η στάση του Τύπου (ακόμα και του Γερμανικού) ήταν μάλλον ευνοϊκή, αλλά ομολογώ πως υπάρχει μια βασική διαφορά: Κανείς δεν ήξερε πραγματικά τι συνέβαινε πίσω από τα τείχη του Άουσβιτς. Σήμερα, όλοι ξέρουμε. Και κανείς δεν κάνει τίποτα. 

Υπάρχει τελικά Ενωμένη Ευρώπη;

Ποιος πιστεύει σήμερα πως υπάρχει; Ας είμαστε ειλικρινείς. Οι δυνατοί κάνουν αυτό που θέλουν – και ακόμη περισσότερο οι «φίλοι» τους. Σε ποια γενικότερη πολιτική «υπακούουν» η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Δανία; Μήπως τελικά αυτές είναι οι χώρες που υπαγορεύουν τη γενικότερη Ευρωπαϊκή Πολιτική για το προσφυγικό ζήτημα; Με ρωτούν συχνά αν ανησυχώ για την Ευρώπη των τραπεζών. Τους απαντώ πως ανησυχώ για την Ευρώπη των φασιστών. Είναι δύσκολο να αντιληφθούμε την τραγωδία αυτών των ανθρώπων όσο τα μυαλά μας παραμένουν κλειστά. Τους ρωτούσα, «Γιατί έρχεστε εδώ; Ο κίνδυνος είναι μεγάλος, μπορεί να πεθάνετε στη διαδρομή». Και εκείνοι μου υπενθύμιζαν πως στους τόπους τους, ο θάνατος είναι βέβαιος. Το «μπορεί» στην προειδοποίηση μου, ήταν αυτό που τους έδινε ελπίδα.

Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

The Sounds Volume.1


Σήμερα το βράδυ στο γνωστό μέρος (Vabene - Βαλτετσίου & Μπενάκη) θα παίζω μουσικές, από τις 23.00 μέχρι το ξημέρωμα. Αυτοσχεδιαστικά, ελπίζω εκστατικά, συνοδεία πολλών παλαιών και καμένων trailer σε back projections, και με έμφαση στο garage και την ψυχεδέλεια, πότε ηλεκτρική, πότε ηλεκτρονική και, κυρίως, χορευτική. Lots of new stuff too. 
Έχω να το κανω καιρό, και νομίζω πως σήμερα είναι μια καλή μέρα. 

Τετάρτη, 6 Απριλίου 2016

Conversations with remarkable people, v.22: Aleksandr Sokurov


 Μια αναδρομή στην Ιστορία του Γαλλικού πολιτισμού, από τον 18ο αιώνα και μετά, μέσα από την «άτυπη» συνεργασία του διευθυντή του Μουσείου του Λούβρου Ζακ Ζοζάρ και του Γερμανού αξιωματικού Φραντς Γκραφ Βολφ-Μέτερνιχ κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με στόχο τη διάσωση των θησαυρών του μουσείου από τους ναζί. Θέμα ιδιαίτερο, θα πείτε. Και που να δείτε πως έχει κινηματογραφηθεί, από τον Αλεξάντερ Σοκούροφ, τον φημισμένο σκηνοθέτη της Ρώσικης Κιβωτού που επιστρέφει με άλλη μια φιλόδοξη παραγωγή όπου τα όρια της Ιστορικής – μα και της κινηματογραφικής – αλήθειας μοιάζουν να διευρύνονται θεαματικά.


Η εξουσία δείχνει να είναι μια από τις σταθερές προβληματικές του κινηματογράφου σας. Είναι και αυτός ένας τρόπος για να εξερευνήσετε την ανθρώπινη φύση; 

Για τους ανθρώπους γενικότερα δεν ξέρω. Είναι όμως ένας καλός τρόπος για να καταλάβω περισσότερο τους άντρες – γιατί συνήθως αυτοί βρίσκονται στην εξουσία. Το σημαντικότερο ερώτημα βέβαια είναι πάντα το ίδιο: Σε ποια χέρια βρίσκεται η εξουσία, και γιατί τα χέρια αυτά αποδεικνύονται τελικά πολύ αδύναμα για να τη διαχειριστούν. Είναι μια πραγματικότητα από την οποία δεν μπορούμε να κρυφτούμε. Ελάχιστοι κυβερνήτες με μυαλό πέρασαν απ’ αυτόν τον κόσμο. Οι περισσότεροι ήταν (και είναι) αφόρητα νάρκισσοι και εγωιστές.

Ποια ήταν η επιθυμία σας όταν ξεκινήσατε να προετοιμάζετε αυτή την ταινία; 

Προσπαθώ πάντα, πριν γράψω μια λέξη και πριν γυρίσω ένα καρέ, να «αισθανθώ» την Ιστορία, να την καταλάβω. Σπάνια κατανοούμε την Ιστορία. Να φέρω ένα παράδειγμα: Ας θυμηθούμε την εποχή του Ναπολέοντα. «Διάολο» τον αποκαλούσαν. Χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τις ζωές τους για χάρη του, σε πολλές χώρες του κόσμου. Με άλλα λόγια, ήταν ένας δολοφόνος. Σήμερα, δεν το βλέπουμε έτσι. Δεν βλέπουμε έναν δολοφόνο, αλλά έναν κυβερνήτη. Λένε πως ήταν μια μεγάλη προσωπικότητα, πως ψήφισε νέους νόμους, πως άλλαξε τη Γαλλία. Παρ’ όλα αυτά, ήταν ένας δολοφόνος! Τι καταλαβαίνουμε τελικά εμείς από την Ιστορία;

Αναρωτιέμαι πόση σημασία έχει η ιστορική ακρίβεια στο σινεμά σας. 

Σχεδόν καμιά. Και, προσέξτε, η λεγόμενη «Ιστορική ακρίβεια» είναι από μόνη της μια αμφιλεγόμενη έννοια. Ποιος θα βρεθεί σήμερα να επιβεβαιώσει αυτά που έχουν γραφτεί; Προφανώς μάρτυρες δεν υπάρχουν. Κι αν υπήρχε ένας, πάλι δε θα μπορούσαμε να τον εμπιστευτούμε. Αυτό φυσικά ισχύει και όταν βλέπεις μια ταινία: καλό είναι να έχεις μια κάποια απόμακρη σχέση με την «αλήθεια» της. Τελικά, ούτε την Ιστορία μπορεί κανείς να εμπιστεύεται, ούτε τον σκηνοθέτη μιας ταινίας! Μόνο τη καρδιά του!

Πόσο εύκολο είναι σήμερα το να βρίσκετε χρηματοδότες για δουλειές τόσο φιλόδοξες καλλιτεχνικά όσο οι δικές σας; 

Δύσκολο. Μόνο στην Ευρώπη μπορούμε να μαζέψουμε κάποια χρήματα. Ευγνωμονώ τους Γερμανούς, Γάλλους και Ολλανδούς συμπαραγωγούς μου. Επίσης ευγνωμονώ και τον έλληνα διανομέα. Και γι αυτόν θα είναι δύσκολο. Γιατί η ταινία «απαιτεί» ένα κοινό «διαφωτισμένο».

Tι άφησε πίσω της η εποχή του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού; 

Επανάσταση, Φιλοδοξία και, κυρίως συσσώρευση χρημάτων.

Πιστεύετε πως έχουν αλλάξει πολλά από τη δημόσια επιστολή σας προς τον Πρόεδρο της Ρωσίας, τον Βλαντιμίρ Πούτιν, πριν δυο περίπου χρόνια; 

Τι να σας πω, στη Ρωσία συνέχεια κάτι αλλάζει. Από την Τσετσενία λαμβάνουμε άσχημα νέα, σχεδόν καθημερινά. Είναι μια Ισλαμική περιοχή όπου, για παράδειγμα, οι δημοσιογράφοι υποφέρουν. Τα πάντα είναι στον αέρα στη Ρωσία, νοιώθω συχνά πως ζω σε διαστημόπλοιο.

Tελικά που διαφέρουν οι έννοιες του πολιτισμού και της ζωής, και που συναντιόνται; 

Κοιτάξτε, σίγουρα συναντιούνται στη τουαλέτα (γέλια). Ο άνθρωπος κουβαλά το βάρος της φυσικής τους κατάστασης, όχι της πνευματικής, και αυτό είναι μια πραγματικότητα που πρέπει να δεχτούμε: Στο τέλος, η φύση μας θα νικήσει, κι εμείς θα πεθάνουμε. Όσες βιβλιοθήκες, μα και όσες εκκλησίες κι αν επισκεφτούμε, τίποτα δεν αλλάζει επί της ουσίας. Ακόμα κι ένας Άγιος κάποια στιγμή θα πάρει την τελευταία του αναπνοή. Με το τέλος της φυσικής μας ζωής, τελειώνει και η όποια πνευματική μας ύπαρξη.

Μετά τη Ρώσικη Κιβωτό, πως κρίνετε σήμερα την ψηφιακή επανάσταση, όπως αυτή δείχνει να “εξαφανίζει” το φιλμ; 

Οι έρευνες που έχουμε κάνει στα κρατικά μας αρχεία έδειξαν πως ένα νεγκατίφ μιας ταινίας μπορεί να αντέχει δεκαπλάσιο χρόνο απ’ ότι ένα ψηφιακό αρχείο. Ένα κινηματογραφικό έργο τέχνης λοιπόν, ακόμη κι αν έχει γυριστεί ψηφιακά, μπορεί να διασωθεί μόνο σε φιλμ. Το ερώτημα βέβαια είναι αν αξίζει να σωθεί.

Ζει το ανεξάρτητο αμερικάνικο σινεμά;

«Η οικονομική κρίση εξολόθρεψε τον χώρο της ανεξάρτητης παραγωγής – τουλάχιστον όπως τον ήξερα. Σήμερα, οι διανομείς και οι παραγωγοί αυτών των ταινιών μπορούν να καλύψουν προϋπολογισμούς 2 εκατομμυρίων δολαρίων, και αυτό στη καλύτερη των περιπτώσεων. Μόνο που εγώ δεν μπορώ να κάνω μια ταινία με αυτά τα χρήματα πια». Ο Τζον Γουότερς, σκηνοθέτης θρυλικών cult ταινιών όπως τα «Pink Flamingos» και «Hairspray» έχει να κάνει ταινία από το 2004. Μόλις σας εξήγησε το γιατί.

Και δεν είναι ο μόνος: τα ίδια τραβάει και ο Ντέιβιντ Λιντς. «Είναι μια παράξενη εποχή. Κάποτε οι ταινίες μας τραβούσαν έναν ιδιαίτερο κόσμο που από μόνος του αρκούσε να αποζημιώσει τους παραγωγούς μας. Είναι λες και αυτή η “εκπαίδευση’ πήγε στράφι, ή δεν πέρασε και στις επόμενες γενιές. Ποιος ξέρει. Ίσως το απαιτητικό, καλλιτεχνικό σινεμά να επιστρέψει κάποια στιγμή στη μόδα. Θα ήταν μια πολύ όμορφη εξέλιξη».

Δεν ήταν πάντα έτσι. Κοιτάξτε τι συνέβαινε στις δεκαετίες του ’80 και του ’90, όταν δηλαδή ο Τζον Γουότερς, ο Ντέιβιντ Λιντς ή ο Τζιμ Τζάρμους έκαναν τις καλύτερες ταινίες τους (και τις πιο πετυχημένες εμπορικά), όταν δηλαδή ήταν εφικτό είτε μέσω ανεξάρτητων παραγωγών, είτε μέσω των στούντιο να βρεθούν αρκετά χρήματα (μιλάμε για budget που ξεκινούσαν από πέντε εκατομμύρια δολάρια, και έφταναν σε κάποιες περιπτώσεις μέχρι και τα 60) ούτως ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες μιας φιλόδοξης δημιουργίας. Σήμερα, τα μεγάλα στούντιο επενδύουν μονάχα σε υπερμεγέθη blockbuster και σε μεταφορές κόμικ ιστοριών. Και οι ταινίες που δεν χωράνε σε «κουτάκια» προσελκύουν το ενδιαφέρον μικρών εταιριών, με ελάχιστους πόρους.

Να αναφέρουμε και ένα ακόμα τρανταχτό όνομα; Φράνσις Φορντ Κόπολα – ο άνθρωπος που τίμησε το «σύστημα» και με το παραπάνω: Η τριλογία των «Νονών» αλλά και ο «Δράκουλας» του παραμένουν σπουδαίες εμπορικές επιτυχίες, ενώ το «Αποκάλυψη Τώρα» συντάραξε τα θεμέλια της αμερικανικής κινηματογραφικής αφήγησης. Σήμερα δε μπορεί να βρει λεφτά για να στήσει τις ταινίες που θέλει. «Το χειρότερο πράγμα που μπορεί κανείς να πει σ’ έναν παραγωγό σήμερα είναι “Θέλω να κάνω μια ταινία που δεν έχει ξαναγίνει”. Κανείς δεν αναζητά κάτι τέτοιο. Όλοι θέλουν να γυρίσουν την ίδια ταινία ξανά και ξανά – γιατί αυτή τους φέρνει σίγουρα κέρδη. Τα επόμενα 100 χρόνια εξέλιξης του Σινεμά θα αφήσουν πίσω τους ελάχιστα σημάδια, φοβάμαι».

«Το πρόβλημα είναι πως ελάχιστοι παραγωγοί σήμερα αγαπούν το σινεμά», δηλώνει ο Στίβεν Σόντερμπεργκ που πριν λίγα χρόνια «αποχαιρέτησε» τον κινηματογράφο για να εργαστεί στη μικρή οθόνη. Σήμερα σκέφτεται να επιστρέψει. Έστω και με αυτές τις επιφυλάξεις.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες