Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

The Babadook (2014)


Όλες οι εκφάνσεις της καλλιτεχνικής δημιουργίας ανά τους αιώνες, έχουν μιλήσει ποικιλοτρόπως για την μητρότητα. Άπειρες είναι, προφανώς, και οι ανάλογες επιστημονικές μελέτες – έπρεπε όμως να φτάσουμε στα τέλη του περασμένου αιώνα ούτως ώστε να διαβάσουμε κάτι ουσιαστικό για τα διλήμματα μιας σύγχρονης μητέρας. Κυρίως δε, για την αμφιθυμία πίσω από τη μητρότητα. Αμφιθυμία που η κοινωνία αρνείται να αναγνωρίσει – άλλη μία αστική παρενέργεια που μας γεμίζει ανησυχία. Αλλά και μια παρεξήγηση, που ξεκινάει σχεδόν έναν αιώνα πριν, με την αυξανόμενη σημασία της οικογένειας ως «κλειδί» κοινωνικής συνοχής. Που με τη σειρά της έφερε μια εξιδανίκευση του δεσμού μητέρας – παιδιού, αυξάνοντας στο κατακόρυφο τις κοινωνικές προσδοκίες απέναντι στη μητρική φροντίδα. Εξιδανίκευση ιδιαιτέρως έντονη σε κάθε τάξη, αλλά επιβεβλημένη, ως έννοια, από τους άνδρες. Λογικό: Είναι πολύ πιο εύκολο να εξιδανικεύεις τη μητρότητα, όταν κάποιος άλλος έχει το πραγματικό φορτίο. Και οι γυναίκες υποφέρουν, προσπαθώντας να είναι υποδειγματικές μητέρες, τρελαίνοντας τα παιδιά τους στο δρόμο για μια μητρική τελειότητα που μπορεί να αποδειχθεί μόνο με την τελειότητα των απογόνων τους. Πορεία καταστροφική, που δεν αφήνει πίσω της επιζώντες έτσι όπως η μητέρα κατάντησε το πρωταγωνιστικό πειραματόζωο ενός αποτυχημένου κοινωνικού πειράματος.

Έχουν περάσει έξι χρόνια από τότε που η Αιμιλία έχασε τον άνδρα της – στο δρόμο προς τη γέννα. Από τότε που γεννήθηκε, ο Σάμιουελ δεν έχει γιορτάσει ποτέ τα γενέθλια του. Στα όνειρα του πρωταγωνιστεί ένα παράξενο, ασπρόμαυρο τέρας, που μοιάζει να προέρχεται κατευθείαν από το σύμπαν του γερμανικού εξπρεσιονισμού. Τον λένε Μπάμπαντουκ – πρωταγωνιστής ενός παιδικού βιβλίου που εμφανίζεται μυστηριωδώς στο σπίτι τους. Και η ομώνυμη, υπέροχη ταινία της Τζένιφερ Κεντ, είναι ένα μεγαλειώδες θρίλερ που ισορροπεί διαρκώς πάνω σε μια αμφιβολία. Υπάρχει ο Μπάμπαντουκ; Ή μήπως αποτελεί ένα αποκύημα της έξαλλης φαντασίας του μικρού; Κι αν αυτό ισχύει, ποιος είναι τελικά το πραγματικό τέρας: Η μητέρα, που τελεί υπό καθεστώς κατάθλιψης και μοιάζει ικανή για όλα; Ή το «βασανισμένο» παιδί που «κατεβάζει» διαρκώς εφευρετικές τεχνικές ξεπαστρέματος του ασπρόμαυρου εισβολέα; Εντέχνως, η σκηνοθέτιδα φωτίζει όλα εκείνα τα στοιχεία των χαρακτήρων που, αντί να ξεδιαλύνουν, σκοτεινιάζουν εντέλει τα όρια ανάμεσα στη λογική και τη παράνοια. Και το κάνει χρησιμοποιώντας κάθε δραματουργικό και εικαστικό τέχνασμα από την γένεση του κινηματογράφου μέχρι σήμερα: Ο Μπάμπαντουκ θυμίζει τον Μαξ Σρεκ του «Νοσφεράτου», οι σπάνιες εμφανίσεις του δε, παραπέμπουν στο πρωτόγονο animation των πρώτων ταινιών του είδους ενώ η απουσία ενός "καθαρού", θετικού ήρωα μαρτυρά την Πολανσκική καταγωγή της κεντρικής σκηνοθετικής ιδέας. Επίσης, και με εξαίρεση μία και μοναδική σεκάνς, η ταινία αποφεύγει διαρκώς την παγίδα του ξαφνικού σοκ αλλά και της αιματοχυσίας. Όμως ο τρόμος (γιατί δε νοείται ταινία τρόμου δίχως μια τραγική ιστορία στον πυρήνα της - γι αυτό αγαπούμε το Φανταστικό) είναι πανταχού παρών.

 Όπως το σκοτάδι, για ένα παιδί. Ή το φως, για έναν ενήλικα.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες