Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

Omar (2014)


Παλαιστίνη. Ένας άνδρας πηδάει το τείχος. Καθημερινή συνήθεια γι αυτόν – όπως και το να ρισκάρει τη ζωή του. Πρώτη σκηνή του «Ομάρ» κι εμείς δεν έχουμε ακριβώς καταλάβει σε ποια μεριά της διχοτομημένης πόλης βρίσκεται ο ήρωας μας, και σε ποια μεριά προσγειώνεται. Δεν είναι ανάγκη να ξέρουμε, μας λέει ο Χάνι Αμπού Ασάντ, σκηνοθέτης αυτού του συγκλονιστικού φιλμ. Γιατί όλα εδώ είναι θολά – όπως και τα όρια που χωρίζουν έναν επαναστάτη από έναν προδότη. Και όταν ο Ομάρ συλλαμβάνεται μετά από μία θανατηφόρα πράξη αντίστασης, ένα παιχνίδι εξουσίας με την στρατιωτική αστυνομία ξεκινά. Η καχυποψία και ο φόβος της προδοσίας απειλούν να κλονίσουν την εμπιστοσύνη του Ομάρ στους συνεργούς και παιδικούς του φίλους, κι εκείνος θα βρεθεί «παγιδευμένος» από τον εχθρό.

Όλα αυτά, δοσμένα με μια γραφή που κοντοστέκεται ανάμεσα στο ρεαλισμό αλλά και τους κινηματογραφικούς κανόνες του θρίλερ: οι σκηνές καταδίωξης του Ομάρ στα στενά σοκάκια της πόλης, γυρισμένες με κάμερα στο χέρι, βάζουν κάτω τη πλειοψηφία των ανάλογων αμερικανικών σκηνών που θα δείτε φέτος, και το λέω δίχως καμία υπερβολή. Είναι όμως το ανθρωποκεντρικό πλην εξόχως πολιτικό μήνυμα του φιλμ αυτό που κάνει τη διαφορά; Όχι και τόσο, αν και, φαντάζομαι, σε αυτό θα σταθούν αρκετοί.

Όχι, η μεγαλύτερη μαγκιά όλων είναι πως ο Ασάντ (ο οποίος επανέρχεται στο φιλμικό προσκήνιο μετά το βραβευμένο με Χρυσή Σφαίρα «Παράδεισος τώρα» που επίσης αφηγείτο την ιστορία δυο παλαιστίνιων ανταρτών, στο δρόμο προς μια αποστολή αυτοκτονίας) χρησιμοποιεί αυτές ακριβώς τις τεχνικές ως μέσα εκφραστικά, και όχι ως πυροτεχνήματα. Έτσι, ο κινηματογράφος γίνεται μια πραγματική γλώσσα επικοινωνίας. Κι εμείς βιώνουμε το βαθύτερο τίμημα ενός άδικου πολέμου και ενός απάνθρωπου διχασμού. Όταν δε έρχεται το φινάλε, ο Ασάντ δε μπαίνει καν στη διαδικασία να στήσει μια μεγαλόπρεπη και βαθιά σημαίνουσα κατακλείδα. Με μια κίνηση δευτερολέπτων, και μια ατάκα που «εγγράφεται» μέσα μας, κεραυνοβολεί τους θεατές με βία ανάλογη μ’ αυτή που καθοδηγεί όλο το δράμα.

Το καθ’ όλα υπαρκτό δράμα.

Το ελληνικό σινεμά πάει για μαύρισμα.






«Εδώ είναι φοβερό αυτό που ζούμε εδώ. Έχουμε φτιάξει μια περίεργη συνθήκη παραγωγής κάπως νομαδική. Εδώ και δυο – τρεις μήνες ζούμε όλοι, συνεργείο και ηθοποιοί, στο κάμπινγκ της Αντίπαρου. Σε σκηνές. Έχουμε φτιάξει ένα ωραίο χωριό. Και ξέρεις, αυτό ταιριάζει πολύ και με το τι θέλω να κάνω σε αυτή την ταινία: Θέλω να απεικονίσω το νησί όπως ακριβώς είναι και όχι να φτιάξω μια φανταστική εικόνα. Γυρίζω σε παραλίες και ντισκοτέκ γεμάτες με κόσμο. Γίνεται μια κάποια ενημέρωση πριν, τους ζητούμε να προσέχουν με την κάμερα, και τραβάμε εκεί, ανάμεσα στους ανθρώπους του νησιού και τους τουρίστες». Σκέφτομαι πόσο δύσκολο είναι το γύρισμα σε ψηφιακό το κατακαλόκαιρο, αλλά αμέσως με καθησυχάζουν: «Διευθυντής φωτογραφίας είναι ο μάστορας του φωτός Χρήστος Καραμάνης, ο οποίος δε φοβάται τίποτα!».

Μιλάω με τον Αργύρη Παπαδημητρόπουλο, περισσότερο γνωστός ως σκηνοθέτης του «Bank Bang» αλλά και του ανεξάρτητου «Wasted Youth». Που μετά το μεγάλο σουξέ εκείνης της πρώτης κωμωδίας (από τις λίγες που κέρδισαν και το κοινό αλλά και την κριτική) αποφάσισε να ακολουθήσει νέους δρόμους, εντελώς διαφορετικούς. «Νομίζω πως το ελληνικό εμπορικό σινεμά χρόνια ψάχνει την ταυτότητα του» μου λέει. «Το «Bank Bang» έπαιζε με τα είδη, ήταν ρομαντική κομεντί από τη μια, και περιπέτεια από την άλλη. Και το μεγάλο πρόβλημα είναι πως οι παραγωγοί του εμπορικού σινεμά αυτό δεν το έχουν καταλάβει, και νομίζουν πως όσο περισσότερα χάχανα βάλουν σε μια ταινία, τόσο καλύτερα θα πάει. Ε, δεν είναι έτσι. Άσε που ξεχνούν πως όταν ο κόσμος πάει σινεμά να δει μια “εμπορική ταινία” θέλει να δει και μια βαρβάτη παραγωγή από πίσω. Αν ήθελε να χαζέψει κοντινά ανθρώπων, θα καθόταν σπίτι του να δει τηλεόραση».

Μ’ αυτά και με κείνα, ξεκινήσαμε να μιλάμε για τη νέα του ταινία: «Ονομάζεται «Suntan» και  είναι η ιστορία ενός γιατρού, γύρω στα σαράντα, ο όποιος παίρνει μετάθεση στην Αντίπαρο, περνά ένα μοναχικό χειμώνα και μετά έρχεται αντιμέτωπος με μια παρέα παιδιών οι οποίοι θα του αλλάξουν τη ζωή». Παρατηρώ πως η ηλικία του ήρωα του είναι πολύ κοντά και στη δική του. Η απάντηση έρχεται αμέσως: «Έρχομαι τα τελευταία 22 χρόνια στην Αντίπαρο. Στην πραγματικότητα την έχω ζήσει και από τις δυο πλευρές μου. Δηλαδή και ως 16χρονος… κάφρος, αλλά και τώρα, που ουσιαστικά πλησιάζω την ηλικία του ήρωα μου. Η ταινία δηλαδή μιλάει για πράγματα που ξέρω».

Η ενηλικίωση κουβαλά το δικό της ζόρι βέβαια, και δεν είναι λίγοι οι σκηνοθέτες που γύρισαν ταινίες ακριβώς για να απαλλαχθούν από εκείνο ακριβώς το βάρος. Ο Αργύρης δεν είναι και τόσο βέβαιος: «Φτάνοντας στη μέση ηλικία αναγκάζεσαι να αλλάξεις τον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα, αλλά δεν είναι και τόσο “καταναγκαστικό” αυτό – ο ίδιος απομακρύνεσαι από αυτές τις απολαύσεις, από την κραιπάλη από τις ηδονές».

Παράλληλα με τις ιδιαίτερες ταινίες του, ο σκηνοθέτης εργάζεται σταθερά στη διαφήμιση – τα γυρισμένα σε φιλμ σποτάκια του ξεχωρίζουν αμέσως μέσα στον «πολτό» της συγκεκριμένης παραγωγής. Μια ενδιαφέρουσα περίπτωση δημιουργού! «Θέλω να κάνω διαφορετικές ταινίες αλλά επίσης αγαπάω πολύ και το σινεμά των ειδών, οπότε θέλω να έχω ένα πόδι σε κάθε “περιοχή’, αυτή τη περίοδο πιθανότατα γιατί έτσι νιώθω. Τώρα βρίσκομαι στη φάση που θέλω να κάνω πιο προσωπικές ταινίες, αλλά ένα καλό σενάριο θα μπορούσε να με πείσει για τα πάντα. Δυστυχώς, στον λεγόμενο εμπορικό τομέα, δεν μου έχουν προταθεί σενάρια που να τα αγάπησα».

Ο θόρυβος που έρχεται από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου τον τελευταίο καιρό δε θα μπορούσε να αφήσει ανέγγιχτο το “Suntan”. Μαθαίνω πως η ταινία επρόκειτο να πάρει κάποια χρήματα, με προέγκριση του Γενικού Διευθυντή του Κέντρου (ο ικανότατος – και κυρίως, ενεργός - επαγγελματίας Γρηγόρης Καραντινάκης), τα οποία όμως και δεσμεύτηκαν τελικά από το νέο Διοικητικό Συμβούλιο, μέλη του οποίου απάντησαν, με ανακοίνωση τους στον Τύπο χρησιμοποιώντας, μεταξύ άλλων, και παλιά γνωμικά γραμμένα σε κεφαλαία. «Αυτό το  καιρό γίνεται ένας πόλεμος τον οποίο δεν μπορώ να τον καταλάβω» δηλώνει απορημένος ο σκηνοθέτης. «Είναι η τρίτη ταινία που κάνω, και τα μόνα λεφτά που έχω πάρει από το κέντρο είναι είκοσι χιλιάδες ευρώ για το “Wasted Youth” τα οποία και πήρα μόλις χρόνια μετά την ολοκλήρωση της ταινίας. Τα γυρίσματα εδώ προχωρούν μια χαρά και όλοι αυτοί που γράφιυν πως κάνω ταινία αποκλειστικά με χρήματα του Κέντρου ουσιαστικά «τρολάρουν». Ε, δεν έχω καμία διάθεση να ασχοληθώ μαζί τους, ας τους να λυσσάνε».
 

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες