Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

Philomena (2013)


Η πίστη δεν μπορεί να επιβληθεί. Ή την έχεις μέσα σου, ή δεν την έχεις. Επίσης δεν μπορεί να μετρηθεί. Η ποσότητα της είναι ευθέως ανάλογη της ματιάς μας απέναντι στη ζωή. Και, στις χειρότερες μας στιγμές, η πίστη (όχι απαραιτήτως η θρησκευτική – ελπίζω αυτό να είναι προφανές!) είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να μας κρατήσει σε απόσταση ασφαλείας από την απόγνωση. Η θρησκευτική πίστη τώρα, πατά πάνω σ’ έναν ισχυρισμό – αυτόν της ύπαρξης του Θεού. Τα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποτελούν προϋπόθεση, το αντίθετο μάλιστα: Αν υπήρχαν ενδείξεις περί της υπάρξεως του Θεού, δε θα μιλούσαμε για Πίστη.

Η Ιρλανδή Φιλομίνα Λι (η υπέροχη Τζούντι Ντεντς) πίστευε στο Θεό – τον Θεό της ευσπλαχνίας και της συγχώρεσης (ναι, η ταινία βασίζεται σε μια «αληθινή ιστορία»). Το 1952, έμεινε έγκυος και θεωρήθηκε «έκπτωτη» - για το αμάρτημα της αυτό, οδηγήθηκε σε Μοναστήρι, όπου οι Καλόγριες (πιστές σ’ έναν Θεό μίλια μακριά απ’ αυτόν της ηρωίδας μας) στέρησαν το παιδί της, όταν αυτό ήταν ακόμα νήπιο, για να το στείλουν σε παρένθετη οικογένεια στην Αμερική. Πενήντα χρόνια αργότερα, η Φιλομίνα αποφάσισε – με τη βοήθεια του Μάρτιν (τον ενσαρκώνει ο σπουδαίος κωμικός Στιβ Κούγκαν, που συν-υπογράφει και το βραβευμένο στη Βενετία σενάριο), ενός δημοσιογράφου του BBC – να αναζητήσει τα ίχνη του χαμένου της αγοριού. Και η ταινία του Στίβεν Φρίαρς παρακολουθεί την περιπέτεια της, αναπλάθοντας την.

Ισορροπώντας στη λεπτή γραμμή που χωρίζει την κωμωδία από το δράμα με εντυπωσιακή άνεση, ο βρετανός κινηματογραφιστής (που, επιτέλους, επιστρέφει με μια ταινία αντάξια του ταλέντου του) στήνει μια, μέχρι το τέλος, απολύτως απολαυστική ταινία χαρακτήρων, αντιπαραθέτοντας τον άθεο και «καλλιεργημένο» Μάρτιν με την, ταπεινής καταγωγής και θρησκευόμενη – παρά την τραγωδία της – Φιλομίνα, αντιπαράθεση εκ της οποίας προκύπτουν ατάκες ξεκαρδιστικές, αλλά και στιγμές που μας φέρνουν αντιμέτωπους με συμπεριφορές που οφείλουμε – ως λάτρεις ενός κινηματογράφου ξεκάθαρα ανθρωποκεντρικού – να κατανοήσουμε.

Γιατί υπάρχει ο Θεός των Εκκλησιών, και ο Θεός των ανθρώπων. Ο ένας, κοινωνικά επιβεβλημένος, γρανάζι μιας μηχανής που λειτουργεί για λόγους που ελάχιστα αφορούν την Αγάπη. Και ο άλλος, σταθερός, στοργικός και ανεξάντλητος. Ακόμη και γι’ αυτούς που τον κηρύττουν, δίχως οι ίδιοι να αγαπούν – ή για εμάς, που δεν Τον πιστεύουμε, ή δεν Τον αγαπούμε.

Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

Conversations with remarkable people, v.14. Lars Von Trier


Απατεώνας, διάνοια, ή και τα δύο; Συνάντησα τον Lars Von Trier στα πλαίσια της προώθησης του "Manderlay" αλλά η κουβέντα μας έπιασε ένα μάλλον ευρύ φάσμα. Εκείνη την περίοδο, ο Δανός είχε όρεξη για κουβέντα, αλλά και απόψεις που μάλλον σήμερα ο ίδιος πρέπει να έχει ξεπεράσει - ένας παραπάνω λόγος για να ξεψαχνίσετε τη συνέντευξη που ακολουθεί και που δημοσιεύτηκε στο περιοδικο ΜΕΤΡΟ,

Λέτε ότι το Dogville παραπέμπει στον Bertold Brecht, τον άνθρωπο που, κόντρα στην Αριστοτελική αρχή της τραγωδίας, θεωρούσε πως το κοινό δεν πρέπει να ταυτίζεται με τον ήρωα, γιατί αυτό δεν βοηθά στην καλυτέρευση του κοινωνικού συνόλου. Δηλαδή, μέχρι και πριν το Dogville, οι ταινίες σας είναι για τα σκουπίδια; 

(Τρανταχτά γέλια) Αχαχαχαχα! Με πιάσατε! Οφείλω να το παραδεχτώ λοιπόν: Με λένε Lars Von Trier και είμαι ένας σκηνοθέτης άχρηστων ταινιών! Κοιτάξτε, επέλεξα αυτό το Μπρεχτικό στήσιμο γιατί υπήρχε ανάγκη για αποστασιοποίηση. Έπρεπε να χρησιμοποιηθεί αυτή η φόρμα. Αλλά και οι άχρηστες ταινίες είναι "χρήσιμες" με τον τρόπο τους. Γι'αυτό και δεν θα ολοκληρώσω το τρίτο μέρος της τριλογίας μου, αλλά θα γυρίσω μια μικρή ταινία στην Δανέζικη γλώσσα. Μια κωμωδία. Τόσο το Dogville όσο και το Manderlay με κούρασαν αρκετά και θέλω να κάνω κάτι πιο χαλαρό αυτή τη φορά. Έχω και οικογένεια, την οποία «έχασα» τα τελευταία δύο χρόνια.

Στο Manderlay, η Γκρέις συναντά μια ομάδα νέγρων σκλάβων, και αποφασίζει να τους "διδάξει" την ελευθερία - έστω και υπο την απειλή των όπλων. Το ότι εδώ καυτηριάζεται η πολιτική του Τζορτζ Μπους απέναντι στο Ιράκ είναι κάτι το προφανές αλλά θα ήταν μάλλον ανώφελο να χαρακτηρίσουμε το φιλμ αντι-Αμερικάνικο. 

Είναι η εύκολη λύση και το πρώτο πράγμα που σου έρχεται στο μυαλό. Και φυσικά υπάρχουν οι αναφορές στο Ιράκ. Το ότι η Γκρέις θέλει να φέρει το δικό της είδος "δημοκρατίας" στους νέγρους, και είναι αρκετά ανόητη να πιστεύει ότι κάνει το σωστό, παραπέμπει στον Μπους, ναι. Γι'αυτό και οι περισσότεροι επιλέγουν να διαβάζουν έτσι την ταινία μου, αλλά έχετε δίκιο, δεν μιλά μονάχα για την Αμερική. Μιλά για την Ευρώπη του σήμερα. Ο νέο-φιλελευθερισμός δεν υπάρχει, ως αξία μονάχα στην Αμερική αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη. Δε ξέρω για εσάς, αλλά εγώ τρελαίνομαι με δαύτους. Δε μπορεί, πρέπει να υπάρχει μια λύση, μια πιο ανθρώπινη λύση από την λήψη περιοριστικών μέτρων κάθε φορά που κάτι πηγαίνει στραβά. Το δε νομικό σύστημα στη Δανία είναι φρικτό, απάνθρωπο. 

Μετά απο δεκαετίες πάντως, το σινεμά καταγράφει ξανά ιστορίες κοινωνικου αδιεξοδου, απο το Ελεύθερος Ωραρίου και το Τσεκούρι, μέχρι τις ταινίες των αδελφών Darden και τις δικές σας. 

Δεν ξέρω αν υπάρχει όντως κάποιο ρεύμα πολιτικών ταινιών σήμερα. Για να το λέτε, πιθανότατα να συμβαίνει. Καλό θα ήταν. Οι ταινίες δεν έχουν πια την δύναμη να σε ταρακουνήσουν ή να σε αλλάξουν. Η τελευταία ταινία που πραγματικά με συντάραξε ήταν ο Καθρέπτης του Tarkovsky - και τότε ήμουν ακόμη φοιτητής.

Στο σινεμά του Tarkovsky βέβαια συναντάμε δύο στοιχεία που λέτε πως αποστρέφεστε: τον έντονο συμβολισμό και την καλλιέπεια. 

Δεν πιστεύω ότι οι ταινίες πρέπει να έχουν ένα μήνυμα. Δεν μου αρέσουν οι ταινίες που προπαγανδίζουν κάτι. Ένα φιλμ είναι ένα φιλμ. Και πρέπει να μένει μέσα σου, σαν μια ξεχωριστή οντότητα. Οι θεωρητικολογίες με κουράζουν. Όλες οι ταινίες μου λένε πάνω-κάτω πως μπορεί κάτι να φαίνεται σωστό στο χαρτί, ως θεωρία, αλλά στην πράξη αποδεικνύεται παντελώς άχρηστο. Για την καλλιέπεια έχετε δίκιο, δεν μου αρέσουν πολύ οι όμορφα φωτογραφημένες ταινίες

Και οι πρώτες σας ταινίες; 

Νεανικές τρέλες!

Γιατί κανείς δεν συνεργάζεται μαζί σας δεύτερη φορά;

Τι να σας πω. Με την Bjorg τσακώθηκα επειδή δεν ήταν ηθοποιός, με την Kidman επειδή ήταν πολύ καλή ηθοποιός! Δεν καταλαβαίνουν όμως ότι όσο σκληρός είμαι με τους άλλους, είμαι και με τον εαυτό μου. Είμαι νευρικός άνθρωπος εκ φύσεως.

Σας ενοχλεί η ηρεμία στους γύρω σας; 

Με τρελαίνει. Συναντώ τον Σβαρτσενέγκερ στις Κάννες και του απαντώ ότι έχω τρομερό άγχος και νοιώθω ότι όλα θα πάνε χάλια, και αυτός μου απαντά πως σκέφτεται ακριβώς με τον αντίθετο τρόπο, πως πάντα πιστεύει ότι όλα θα πάνε καλά. Αυτό το ζηλεύω στους ανθρωπους, το θεωρώ χαρισματικό. Το άνοιγμα μιας νέας ταινίας μου στις Κάννες αποτελεί πάντοτε μια εξαιρετικά σκληρή δοκιμασία. Οι περισσότεροι γελούν όταν το λέω, αλλά εγώ περνώ μια κόλαση.

Ποιο κομμάτι του film making σας ενοχλεί περισσότερο; 

Δεν μου αρέσει να περιμένω. Και τώρα περιμένω να γυρίσω μια άλλη ταινία, νοιώθω… (ξεφυσάει)… στερημένος. Το να γυρίζω ταινίες είναι εξίσου απαραίτητο για εμένα με το να αναπνέω, από την πρώτη στιγμή που έπιασα μια κάμερα στα χέρια μου. Αυτό δεν έχει αλλάξει. Είναι τόσο δύσκολο να κάνεις «διεθνείς» δουλειές – σκέφτομαι να επιστρέψω στις καθαρά Δανέζικες παραγωγές. Αν μη τι άλλο θα μπορώ να τις γυρίζω πιο γρήγορα, για λιγότερα χρήματα και έτσι θα μπορούσα να κάνω και δύο ταινίες κάθε χρόνο – ίσως και περισσότερες.

Όπως δούλευε και ο Μπέργκμαν. 

Ακριβώς. Ο Μπέργκμαν μπορούσε να γυρίζει δύο ταινίες το χρόνο και είναι φυσικά ένας σκηνοθέτης που θαυμάζω πολύ.

Αληθεύει ότι το πρώτο πράγμα που λέτε στους ηθοποιούς σας είναι «don’t act»; 

Όχι και τόσο. Απλά τους προσγειώνω, τους αφαιρώ τα «στολίδια» τους, και αυτό τους ενοχλεί κάπως. Βασικά δεν με ενοχλεί το overacting αλλά ο ηθοποιός πρέπει να γνωρίζει τις προθέσεις και του χαρακτήρα αλλά και της ταινίας της οποίας αποτελεί μέρος. Οπότε προτιμώ να ξεκινώ με τους ηθοποιούς μου φορτωμένους και σιγά-σιγά να τους αφαιρώ τον έλεγχο. Είναι φοβερό, οι ηθοποιοί θέλουν πάντα να έχουν τον έλεγχο!

Θράσος!

Περισσότερο κακομαθημένοι. Και δεν είχα με την Νικόλ προβλήματα στο Dogville αλλά με τον συμπρωταγωνιστή της, τον Πωλ Μπέτανι, ο οποίος μάλλον δεν κατάλαβε τι ήθελα να πετύχω απο την αρχή. Σταδιακά βέβαια τον έπεισα κι’ αυτόν.

Σας αποκαλούν συχνά προβοκάτορα. Υπάρχει κάποια πρόκληση στην οποία ακόμη κι εσείς θα κάνατε πίσω; 

Μόνο σε αεροπλάνο δεν μπαίνω. Έχετε καμιά πρόταση να μου κάνετε;

Ίσως να δοκιμάζετε τις δυνάμεις σας στο κινούμενο σχέδιο. 

Αχ, όχι κινούμενα σχέδια! Δεν μου αρέσουν καθόλου!

Γιατί;

Γιατί μπορείς να κάνεις τα πάντα μέσα στο πλαίσιο ενός cartoon. Και αυτό με φοβίζει. Ένα από τα όνειρα μου όμως είναι να κάνω μια ταινία με τον Τζέιμς Μποντ.

Γουστάρουμε Μποντ; 

Δεν ξέρετε τι τρέλα έχω! 'Εχω διαβάσει όλα τα βιβλία του Ίαν Φλέμινγκ και ανέκαθεν θεωρούσα ότι οι ταινίες, αν και ήταν συμπαθητικές, δεν έφτασαν ποτέ στην ουσία των μυθιστορημάτων. Μια δική μου Μποντ ταινία θα πλησίαζε περισσότερο την ατμόσφαιρα ταινιών σαν το Ο Κατάσκοπος Που Γύρισε Απ’ Το Κρύο. Χωρίς πολλές κασκάντες και πεντάμορφες γυναίκες.

Τώρα που το αναφέρατε, σας αποκαλούν επίσης και μισογύνη, σωστά; 

Όλη την ώρα! Δεν καταλαβαίνουν πως, αυτές οι γυναίκες… (παύση μερικών δευτερολέπτων)… είμαι εγώ. Είναι η μικρή γυναίκα που κρύβω μέσα μου. Δεν είμαι καθόλου μισογύνης, πιστέψτε με. Με τις γυναίκες ανέκαθεν επικοινωνούσα πιο άμεσα και γι' αυτό ίσως να είμαι πιο σκληρός μαζί τους, όπως είμαι και με τον εαυτό μου.

Πάντως είστε και μαζί μας σκληρός. Αν το δάκρυ στο αληθινό μελόδραμα αποκτά μια καθάρια επίδραση στον θεατή, στο Χορεύοντας Στο Σκοτάδι για παράδειγμα, δεν συμβαίνει αυτό. Απλά γίνεσαι κουρέλι. 

Μα τότε δεν είναι μελόδραμα! Είναι τραγωδία!

Δεν είναι! Δεν υπάρχει κάθαρση!

O.k., μπορεί και να μην είναι. Είναι όμως με την πραγματική έννοια, όχι με την αρχαιοελληνική. Και η πραγματική τραγωδία δεν μπορεί να ενταχθεί στην υπηρεσία ούτε της ηθικής τάξης των πραγμάτων, ούτε του ρασιοναλισμού. Και εσείς βέβαια μπορεί να γίνεστε κουρέλι, όπως είπατε, αλλά το ξέρατε. Ξέρατε τι σας περίμενε – αν έχετε δει έστω μια προηγούμενη ταινία μου. Κι εγώ φυσικά δεν πρόκειται να σας απογοητεύσω.

Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2014

Philip Seymour Hoffman - remembering a Titan.

από τον Θάνατο του Εμποράκου στο Μπροντγουέι - τελευταίος ρόλος στο σανίδι για τον ύψιστο Hoffman.
Η πρώτη εικόνα του Philip Seymour Hoffman που θυμάμαι είναι ο αυνανισμός του στο "Happiness" του Τοντ Σολόνς, και ειδικότερα, η σκηνή όπου χύνει στον απέναντι τοίχο και χρησιμοποιεί το σπέρμα του ως... UHU για να κολλήσει πάνω του μια πορνοφωτογραφία. Το μεγαλύτερο σοκ ήρθε στη συνέχεια του φιλμ, όταν δηλαδή άρχισα να παρατηρω πόσο καλά έπαιζε αυτός ο στρουμπουλός τύπος με τη θολή ομιλία και τα ξεπλυμμένα ξανθά μαλλιά. Λόγω της ακραίας φύσης της ταινίας δεν περίμενα να τον ξαναδώ - κι όμως, τον έβλεπα όλο και πιο συχνά. Ε, πάει αυτό. Τι μαλακία.

Οι ιστορίες για τα προβλήματα του ηθοποιού Philip Seymour Hoffman με τις ναρκωτικές ουσίες, συχνές και πολυακουσμένες – ο ίδιος άλλωστε δεν τις έκρυψε ποτέ. Μόλις πέρσι μάλιστα είχε εισαχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης από την ηρωίνη με δική του πρωτοβουλία. Λίγο – πολύ σαν τον χαρακτήρα που ενσάρκωσε στο αριστουργηματικό κύκνειο άσμα του Lumet «Πριν ο Διάβολος μάθει πως πέθανες». Ήταν η εφημερίδα Wall Street Journal αυτή που έβγαλε πρώτη την είδηση, βασισμένη σε πηγές αστυνομικές – ακολούθησαν (και επιβεβαίωσαν) όλοι οι άλλοι. Ο ηθοποιός, βρέθηκε νεκρός από υπερβολική δόση – σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες – στο διαμέρισμά του στη Νέα Υόρκη. Ο σπουδαίος ηθοποιός έκανε τις πρώτες του σημαντικές εμφανίσεις σε ταινίες όπως το «Άρωμα Γυναίκας» και ο «Μεγάλος Λεμπόφσκι» ενώ βασικό ρόλο είχε και στο αριστούργημα του Τοντ Σόλονζ το 1998. Από την αρχή έδειξε την τόλμη του, επιλέγοντας ρόλους δύσκολους και οριακούς. Στη δε φιλμογραφία του συναντάς σχεδόν αποκλειστικά σπουδαίες ταινίες όπως αυτές που ήδη αναφέραμε, αλλά και το «Μανόλια», τον «Ταλαντούχο κύριο Ρϊπλεϊ», την «25η ώρα», τη «Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης», το «Αι Ειδοί του Μαρτίου» σε σκηνοθεσία Τζορτζ Κλούνεϊ και φυσικά το τιτάνιο «The Master». Μαζί με τον, επίσης «χαμένο» νωρίς Heath Leadger, αποτελούσε θέλγητρο ισχυρό για τους σινεφίλ της γενιάς του: ήξερες πως άξιζε να παρακολουθήσεις ένα νέο φιλμ μόνο και μόνο επειδή εμφανιζόταν αυτός (σκεφτείτε πως ακόμη και στο τρέιλερ του «Επικίνδυνες Αποστολές 3» εμφανιζόταν κυρίως αυτός, και όχι ο Tom Cruise!).

Ο Hoffman γεννήθηκε στο Φέρπορτ της Νέας Υόρκης τον Ιούλιο του 1967 και έδειξε από νωρίς την αγάπη του για την υποκριτική: ξεκίνησε θεατρικές σπουδές σε ηλικία 17 ετών ενώ το 1989 τελείωσε με επιτυχία το διδακτορικό του στο πανεπιστήμιο του Tisch, ξανά στη Νέα Υόρκη. Με την αποφοίτηση του όμως, βρέθηκε κατευθείαν σε κέντρο αποτοξίνωσης: ο εθισμός του στην ηρωίνη ήταν ήδη πρόβλημα. Βρέθηκε στον κινηματογράφο μετά από σύντομες αλλά αξιοπρόσεκτες εμφανίσεις στην αμερικάνικη τηλεόραση, σε σειρές όπως το «Law & Order», εργαζόμενος παράλληλα σε σούπερ μάρκετ, μέχρι την εμφάνιση του στο «Άρωμα γυναίκας» το 1992 που αποτέλεσε το εναρκτήριο λάκτισμα του στη show business. Το εύρος αλλά και το θάρρος με το οποίο «βυθιζόταν» στους ιδιαίτερους χαρακτήρες που ο ίδιος επέλεγε, τον έκαναν ιδιαίτερα αγαπητό σε σκηνοθέτες σαν τον Spike Lee, τους αδελφούς Coen, τον David Mammet αλλά και τον Paul Thomas Anderson – με τον τελευταίο είχαν μια μακρά συνεργασία που κάλυψε πέντε ταινίες. Ανάλογες ήταν και οι διακρίσεις του: οι υποψηφιότητες του για σημαντικά βραβεία είναι, στη κυριολεξία, εκατοντάδες. Έπαιξε «στα ίσα» πλάι στον Robert De Niro στο «Κανείς δεν είναι τέλεια» το 1999, ενώ στάθηκε ξανά στο ύψος του δίπλα στη Meryl Streep στην «Αμφιβολία» το 2008, κερδίζοντας ενδιαμέσως το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου ενσαρκώνοντας εκθαμβωτικά τον Τρούμαν Καπότε στο «Καπότε» του 2005. Eίχε ήδη ολοκληρώσει δύο ταινίες πριν το θανατό του, τα «A most wanted man» του Άντον Κόρμπιν και «God’s pocket» του Τζον Σλάτερι. Ρε Hoffman, πολύ θα μου λείψεις. Δεν έχει και πολλούς άλλους μεγάλους να επιδείξει η γενιά μου, γαμώ.


Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες