Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

Riz.


Την εποχή εκείνη που οι συνθέτες ευρωπαϊκών soundtrack ήταν παγκοσμίως ξακουστοί, μαζί με τα ονόματα των Αρμάντο Τροβαγιόλι, Φράνσις Λαϊ και – φυσικά – Ένιο Μορικόνε, άκουγες και αυτό του Ριζ Ορτολάνι που έφτασε νωρίς – νωρίς στο Αμέρικα με το τραγούδι “More”.

Γραμμένο για τις ανάγκες του σκληρού ντοκιμαντέρ «Σκυλίσια ζωή» του 1962, το τραγούδι, μεταφρασμένο στα αγγλικά από το πρωτότυπο «Ti guarderò nel cuore» (Σε κρατώ στη καρδιά μου) βρέθηκε υποψήφιο για Όσκαρ την ίδια χρονιά, και γνώρισε τεράστια επιτυχία στις Ηνωμένες Πολιτείες χάρη στις επανεκτελέσεις του τζαζίστα Κάι Γουίντινγκ και, κυρίως, του Φρανκ Σινάτρα (σε ενορχήστρωση του σπουδαίου παραγωγού Κουίνσι Τζόουνς).


Πέραν αυτής της επιτυχίας όμως, ο γεννημένος στην Ιταλία το 1931 Ορτολάνι, που άφησε την τελευταία του πνοή την περασμένη Πέμπτη στη Ρώμη, συνέχισε να εργάζεται τακτικά για τον διεθνή κινηματογράφο. Από τον «Φανφαρόνο» του Ντίνο Ρίζι, την «Κίτρινη ρολς-ρόις» με τους Αλέν Ντελόν, Σίρλεϊ Μακ Λέιν και Ίνγκριντ Μπέργκμαν (τι καστ!), το «Επτά φορές γυναίκα», ξανά με τη Μακ Λέιν αλλά και τον Πίτερ Σέλερς, μέχρι και τη χρυσή εποχή του Ιταλικού τρόμου, στην οποία ο Ορτολάνι μεγαλούργησε με τα σάουντρακ των ταινιών «Cannibal Holocaust» και «Zeder», οι οπαδοί της κινηματογραφικής μουσικής τιμούσαν και με το παραπάνω τις όποιες κυκλοφορίες του (τα βινύλια των οποίων αποτελούν «δυνατά» συλλεκτικά κομμάτια).

Φανατικός θαυμαστής δηλώνει ο Κουέντιν Ταραντίνο – και εμπράκτως: Χρησιμοποίησε μουσική του Ορτολάνι στα σάουντρακ των ταινιών «Kill Bill», «Άδωξοι Μπάσταρδη» και Τζάνγκο, ο τιμωρός». Μουσική του όμως ακούστηκε και στο «Drive» του Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν.

Η σπουδαία δισκογραφία του βέβαια θα εξακολουθεί να γεμίζει την οθόνη με όμορφη ρετρό νοσταλγία. Ο ίδιος όμως υπήρξε ενεργός μέχρι το τέλος.




Nebraska (2013) ( * * * * * )


Υπάρχουν οι ήρωες. Αυτοί που κάνουν λίγο – πολύ το σωστό, είναι γενναίοι, και τις περισσότερες φορές, κερδίζουν (ή εγκαταλείπουν με στωικό μεγαλείο) το κορίτσι. Αυτό που θα θέλαμε να ήμασταν δηλαδή. Και υπάρχουν κι εκείνοι που δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά. Με ιστορίες δίχως μεγαλοπρεπή φινάλε και τιτάνιες κορυφώσεις, τη θλίψη των οποίων καταλαβαίνουμε, γιατί είναι και δική μας. Τόσο δική μας, που μπορούμε ακόμη και να γελάσουμε μ΄ αυτή. Ή να κλάψουμε. Ή και τα δυο.

Όλα αυτά ενώ το "ταξίμετρο" μας συνεχίζει να "γράφει". Και αντί για ευρώ, "πέφτουν" μία μία οι φθορές μας, τα μυστικά που κρατήσαμε δικά μας, στην αρχή εκ πεποιθήσεως και στη συνέχεια από ένστικτο. Μαζί τους, μια λογική που προσπαθούμε με χίλια ζόρια να διατηρήσουμε, για να μη καταρρεύσουμε. Μέχρι τα τελικά ζενερίκ.

Έτσι, παρεμπιπτόντως, λειτουργούσε η comedia all’italiana, το μέγιστο δώρο των Ιταλών στον κινηματογραφικό κόσμο («πικρή κωμωδία» την αποκαλούσαν οι δικοί μας), και η βασικότερη επιρροή του σπουδαίου Αλεξάντερ Πέιν που ολοκληρώνει εδώ την καλύτερη του ταινία. Με «ήρωα» τον Γούντι, έναν ηλικιωμένο που, πεπεισμένος πως έχει κερδίσει ένα εκατομμύριο δολάρια (στη πραγματικότητα έχει πάρει στα σοβαρά ένα φτηνό διαφημιστικό τέχνασμα) αποφασίζει να πάει στη Νεμπράσκα για να παραλάβει τα κέρδη του. Στην αρχή, με τα πόδια (με την αστυνομία να τον «μαζεύει» κάθε φορά).

Στη συνέχεια, συνοδεία του Ντέιβιντ, του απηυδισμένου – αλλά και ευαίσθητου – γιου του. Στο ταξίδι που ακολουθεί, ο Ντέιβιντ θα μάθει αρκετά που δε συλλογίστηκε ποτέ. Οι συναντήσεις με τους παλιούς φίλους και συγγενείς συμπληρώνουν τα κομμάτια μιας ζωής σπαταλημένης. Τη δε μελαγχολία που αφήνει πίσω της η υπέροχη ασπρόμαυρη φωτογραφία του Φαίδωνα Παπαμιχαήλ και το αφιλόξενο τοπίο μιας πόλης θλιβερά αιώνιας, «σπάει» ένα χιούμορ καθαρτήριο που προκύπτει μέσα από τις καταστάσεις και τους χαρακτήρες, χαρακτήρες καθ’ όλα ανθρώπινους, με όλη την ομορφιά και τη γνώριμη ασχήμια που αυτό κουβαλά. 

Στο επίκεντρο όλων, ο Μπρους Ντερν, θρυλικός αμερικανός ηθοποιός με μακρά θητεία σε ρόλους «κουνημένων» που τώρα, στα 78 του χρόνια, φτιάχνει έναν Γούντι που δε σκέφτεται στιγμή να γίνει συμπαθής για τα μάτια μας μόνο. Και αυτή του η ειλικρίνεια είναι ένα σπουδαίο δώρο, αρκετό για να σκεφτούμε, για μία στιγμή, όλους αυτούς που, παράταιροι καθώς είναι, στο αστικό παραμύθι που στρατεύτηκαν να υπηρετήσουν με το ζόρι, δείχνουν την περιφρόνηση τους με τέτοιο σιωπηλό λυρισμό.

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

One day (2011) ( * )


Το «Μια ημέρα» είναι, απλούστατα, η συνταγή του «Love story» μεταφερμένη στο σήμερα. Βασισμένο σε ένα πετυχημένο best seller, το φιλμ παρακολουθεί την Εμα και τον Ντέξτερ σε μία περίοδο είκοσι ετών, από την ημέρα που γνωρίστηκαν και για μία ημέρα κάθε χρόνο, την ίδια πάντα ημερομηνία - η οποία είναι η ημερομηνία της γνωριμίας τους.

Σε κάποιες ταινίες το θέμα είναι το ρομάντζο, σε άλλες ο έρωτας, και σε μερικές, σπάνιες, η αγάπη. Σε κάποιες σχέσεις ισχύει επίσης το ίδιο. Μη σας πω πως στις σχέσεις εκεί έξω, η αναλογία είναι αρκετά διαφορετική, φοβούμαι προς το χειρότερο. Ακριβώς λοιπόν επειδή έξω τα πράγματα είναι προς το χειρότερο, η μεγάλη οθόνη έρχεται να μας προσφέρει απλόχερα μια στημένη, φιφτίχ που λέγανε παλιά, πραγματικότητα η οποία έρχεται να εκπληρώσει όνειρα και να εξουδετερώσει τα όποια απωθημένα. Είναι μια συναίνεση παραδεκτή - μια σιωπηλή συμφωνία ανάμεσα στη ταινία που θέλει να με παραμυθιάσει και σε μένα που θέλω να παραμυθιαστώ.

Αλίμονο όμως στην ταινία που αντί να με παραμυθιάσει, προσπαθεί να με ψήσει πως αυτό που βλέπω επί της οθόνης, θα μπορούσε να συμβεί και εκτός αυτής, δίχως όμως να έχει το ειδικό βάρος για να υποστηρίξει μια τέτοια πρόφαση. Κι όμως, βλέπω πολύ κόσμο να μιλάει για "αλήθεια" και "ρεαλισμό" αναφερόμενος στο One Day και αναρωτιέμαι τι σκατά συμβαίνει στις ζωές τους. Κανένα πρόβλημα με το να φάω μέχρι τελευταίας μπουκιάς ένα άρλεκιν. Μη μου το σερβίρεις όμως για μυθιστόρημα ισάξιο των Μεγάλων Προσδοκιών - και υπάρχει τόσο έντονο αυτό το larger-than-life πομπώδες ύφος στο One Day!

Γιατί αληθινός έρωτας σημαίνει και ελαττώματα, σημαίνει και τραύματα, σημαίνει και οδύνη, σημαίνει και λάθη, ασταμάτητα λάθη. Τα πάντα εδώ όμως είναι ωραιοποιημένα και αφόρητα ιλουστρασιόν. Αυτός παίρνει το πλέον φιλικό διαζύγιο, και η πρώην σύζυγος τον αγαπάει τρυφερά κι ανθρώπινα με φουλ κατανόηση. Αυτή έχει δύο δεσμούς σε 20 χρόνια επειδή περιμένει τον πρίγκιπα. Και στο τέλος, φοριέται και το μελόδραμα. Κι όμως, κάποιοι θεωρούν πως πρόκειται για «ειλικρινή» καταγραφή συναισθημάτων! Γιατί ρε παιδιά; Επειδή οι διάλογοι είναι καλογραμμένοι; Ή επειδή η Αν Χάθαγουέι φοράει γυαλιά και παριστάνει την ασχημούλα;

Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2014

Μεγάλες προθέσεις, μεγάλες ταινίες: Η Πυλη Της Δύσεως


Η παραγωγός εταιρία United Artists γεννήθηκε το 1919 από μια ομάδα φημισμένων καλλιτεχνών: τον Ντάγκλας Φέρμπανκς, τον Τσάρλι Τσάπλιν, τον Ντ. Γ. Γκρίφιθ και τη Μαίρη Πίκφορντ. Ο λόγος; Οι άνθρωποι ήθελαν να δουλέψουν μακριά από τη τσιμπίδα των μεγάλων στούντιο (και των παραγωγών του), δίνοντας παράλληλα την ευκαιρία σε λαμπερά ταλέντα να αναδειχθούν. Και η αλήθεια είναι πως έκαναν ο,τι μπορούσαν. Πάρτε μερικούς τίτλους, για να αντιληφθείτε το μέγεθος: «Γουέστ Σάιντ Στόρι», «Ο καουμπόη του μεσονυκτίου», «Η γκαρσονιέρα», «Ο βιολιστής στη στέγη», «Κάρι», «Οργισμένο είδωλο». Μερικές από τις πιο πετυχημένες, και μερικές από τις καλύτερες ταινίες στην αμερικάνικη φιλμική ιστορία, σωστά;

Κάπου εδώ φτάνουμε και στον Μάικλ Τσιμίνο. Η U.A. του έδωσε την ευκαιρία να αναδείξει το σπάνιο αφηγηματικό του ταλέντο, πρώτα το 1973, με τη «Μεγάλη ληστεία της Μοντάνα», μια υπέροχη δραματική περιπέτεια με τους Κλιντ Ίστγουντ και Τζεφ Μπρίτζες, και μετέπειτα με τον «Ελαφοκυνηγό», ένα αδιαμφισβήτητο αριστούργημα που συν τις άλλοις, σάρωσε και στα βραβεία Όσκαρ: εκείνη τη βραδιά, ο Τσιμίνο έφυγε από το Kodak Theatre με πέντε βραβεία Όσκαρ, ανάμεσα τους και αυτά της καλύτερης ταινίας και της καλύτερης σκηνοθεσίας (για την τελευταία, ο Τσιμίνο τσίμπησε και μια Χρυσή Σφαίρα). Κοινώς, ο άνθρωπος βρισκόταν στη κορυφή του συστήματος. Μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε. Και… αυτό έκανε - καταστρέφοντας δια παντός μια εξαιρετικά υποσχόμενη καριέρα. Οδηγώντας ένα φημισμένο στούντιο στη χρεοκοπία. Αλλάζοντας μια και καλή τα γρανάζια στη χολιγουντιανή μηχανή. Και ολοκληρώνοντας ένα ανεπανάληπτο αριστούργημα που ακόμη να πάρει τη θέση που δικαιωματικά του αξίζει.


Ήταν βλέπετε η εποχή του «δημιουργού». Η εποχή που το όνομα του σκηνοθέτη συνόδευε απαραιτήτως τον τίτλο μιας ταινίας: Η «Αποκάλυψη Τώρα» του Φράνσις Φορντ Κόπολα. Η «Σκυλίσια μέρα» του Σαμ Πέκινπα. Το «Οργισμένο είδωλο» του Μάρτιν Σκορσέζε. Η «Πύλη της Δύσεως» του Μάικλ Τσιμίνο: μια καουμπόικης αισθητικής εποποιία που εικονογραφεί ένα από τα πιο μελανά κεφάλαια της αμερικανικής ιστορίας, την αιματηρή αναμέτρηση μιας αποικίας αγροτών και μιας ομάδας μεγαλογαιοκτημόνων (με τη στήριξη του τότε Κράτους) που άφησε πίσω της εκατοντάδες νεκρούς. Τοποθετημένη το 1890, η ταινία απεικονίζει τις περιπέτειες των μεταγενέστερων αποίκων των Ηνωμένων Πολιτειών, αυτών δηλαδή που ήρθαν δεύτεροι, μετά τη μεγάλη και ολοκληρωτική σφαγή του Ινδιάνικου πληθυσμού από τους «ιδιοκτήτες» αυτής της «νέας» γης. Οι οποίοι και προσχεδιάζουν την άμεση δολοφονία 150 ατόμων, αποφασισμένοι να διατηρήσουν τα «κεκτημένα» τους. Ο Κρις Κριστόφερσον (που ενσαρκώνει έναν σερίφη) αποφασίζει να εμποδίσει την προαναγγελθείσα σφαγή, είναι όμως ένας.

Φιλόδοξο το σχέδιο, και ο Τσιμίνο δε χαρίστηκε καθόλου στους παραγωγούς του. Αμέσως τσέπωσε 8 εκατομμύρια δολάρια (ποσό παχυλό για την εποχή) και άρχισε αμέσως το χτίσιμο μιας ολάκερης πολιτείας. Όταν αυτή ολοκληρώνεται, ο σκηνοθέτης εκφράζει την απογοήτευση του: το αποτέλεσμα δεν τον ικανοποιεί. Το σετ πρέπει να γκρεμιστεί και να ξαναχτιστεί από την αρχή. Επιπλέον κόστος: 1.2 εκατομμύρια. Οι άπειροι κομπάρσοι φτάνουν στον οικισμό και αρχίζουν σιγά – σιγά να εκπαιδεύονται. Μαθαίνουν τις κινήσεις τους, συνηθίζουν τα κοστούμια, γίνονται πραγματικοί κάτοικοι αυτής της «πόλης», όπως και το συνεργείο. Οι μέρες περνούν. Τα γυρίσματα ξεκινούν. Και εκατοντάδες μέτρα φιλμ ξοδεύονται ώστε να αποτυπωθούν οι εικόνες που ο σκηνοθέτης θεωρεί «τέλειες». Ένα μικρό πλάνο μπορεί να φιλμογραφηθεί 30, 40 και 50 φορές. Στο μεταξύ το κόστος της ταινίας έχει διπλασιαστεί. Οι υπεύθυνοι του στούντιο θέλουν να δουν τι συμβαίνει, αλλά ο σκηνοθέτης έχει προσλάβει προσωπική ασφάλεια που τους απαγορεύει την είσοδο στο σετ. Και το καλύτερο; Μετά τον υπερδιπλασιασμό του κόστους, ο Τσιμίνο είχε έτοιμα μόλις τρία λεπτά ολοκληρωμένου υλικού. Ναι, καλά διαβάσατε. Δυο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν: ή ο σκηνοθέτης στοχεύει πολύ ψηλά, ή δεν ξέρει τι του γίνεται. Αφήστε δε που το ένα δεν αποκλείει το άλλο.


Οι υπεύθυνοι της United Artists συνεδριάζουν: τι θα κάνουμε μ’ αυτή την ιστορία, αναρωτιούνται; Αποφασίζουν εντέλει ν’ αφήσουν ελεύθερο το σκηνοθέτη, μιας και αρκετά λεφτά είχαν ήδη ξοδευτεί. Όλη αυτή η ιστορία όμως φτάνει και στον τύπο. Ένας ρεπόρτερ τρυπώνει στα γυρίσματα, και καταγράφει αυτά που βλέπει σ’ ένα μακροσκελές άρθρο στους Los Angeles Times. Οι αναγνώστες διαβάζουν για σημεία και τέρατα, για βασανισμούς ζώων, για σκηνικά που χτίζονται και γκρεμίζονται σε μια νύχτα, για την δυσθεώρητη μεγαλομανία του Μάικλ Τσιμίνο, για μια ταινία που κανείς δεν γνωρίζει την αρχή και το τέλος της, και που, παρά το διαρκώς αυξανόμενο κόστος της, δεν την έχει δει παραγωγού μάτι. Μια αρνητική «στάμπα» έχει σφραγίσει την ταινία, πριν καν την ολοκλήρωση της. Μετά από 165 ημέρες γυρισμάτων, το κόστος είχε φτάσει το αστρονομικό ποσό των 44ων εκατομμυρίων δολαρίων. Το υλικό που έχει κινηματογραφηθεί, διαρκεί… εννέα μέρες. Από το οποίο, ο Μάικλ Τσιμίνο μοντάρει – μετά από οκτώ ολόκληρους μήνες! – μια πρώτη εκδοχή, που διαρκεί πεντέμισι ώρες. Οι παραγωγοί παθαίνουν συγκοπή, και ο σκηνοθέτης ξαναμπαίνει στην αίθουσα του μοντάζ για να ολοκληρώσει τελικά μια βερσιόν τρεισήμισι ωρών. Όλα θα κριθούν από την πρώτη προβολή, από την πρεμιέρα δηλαδή. Το συνεργείο, σκηνοθέτης, ηθοποιοί και τεχνικοί, είναι βέβαιοι πως έχουν ολοκληρώσει ένα αριστούργημα. Οι θεατές όμως, "υπνωτισμένοι" απ'ολη αυτή την αρνητική δημοσιότητα έχουν απορρίψει την ταινία πριν την πρώτη προβολή της. Τα αρνητικά δημοσιεύματα την επόμενη μέρα, σκοτώνουν κάθε ελπίδα για εμπορική επιτυχία. Η πρώτη εβδομάδα στις αίθουσες είναι καταστροφική και ο Τσιμίνο, που βλέπει την καριέρα του στο Χόλιγουντ να πεθαίνει, μοντάρει μια νέα εκδοχή που σταματά στις δυόμισι ώρες. Οι τελικές εισπράξεις στα αμερικάνικα ταμεία, μόλις που ξεπερνούν τα… τρία εκατομμύρια δολάρια. Η παραγωγός εταιρία, έχει «μπει μέσα» για τα καλά, και τίποτα δε τη σώζει. Τίποτα εκτός από τη μεταπώληση της στην Mgm (που θα χρεοκοπήσει με τη σειρά της, λίγα χρόνια αργότερα).

«Τα στούντιο βρήκαν επιτέλους την ευκαιρία να πάρουν τον έλεγχο από τα χέρια των πραγματικών καλλιτεχνών» μου εκμυστηρεύτηκε με θλίψη ο Κρις Κριστόφερον, όταν τον είχα συναντήσει στα γυρίσματα μιας άλλης, εντελώς άσχετης ταινίας. Είχαν περάσει 30 χρόνια από τότε, η πίκρα όμως φαινόταν στο πρόσωπο του. «Ό,τι κι αν ειπώθηκε από την αμερικάνικη κριτική όμως, εγώ παραμένω υπερήφανος για την ταινία. Είναι, κατά τη γνώμη μου, μια από τις καλύτερες ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ σ’ αυτή τη χώρα». Και έχει δίκιο: το οπερατικής αφήγησης επικό γουέστερν του Μάικλ Τσιμίνο παραμένει ένα αξεπέραστο φιλμικό επίτευγμα. Δεν υπάρχει δευτερόλεπτο που να μη κουβαλά απαράμιλλη ομορφιά – η κορύφωση δε, που έρχεται με μια εντυπωσιακή μάχη στο τέλος (η οποία, στην αρχική βερσιόν, λένε πως διαρκούσε όσο ένα… κανονικό φιλμ) είναι μια άνευ προηγουμένου επίδειξη σκηνοθετικής βιρτουοζιτέ. Οι κριτικοί της Ευρώπης δε, παραμιλούν. Στη Γαλλία, ο Τσιμίνο χαρακτηρίζεται «Τολστόϊ του κινηματογράφου». Δυστυχώς, αυτά ελάχιστα ενδιαφέρουν την Χολιγουντιανή μηχανή. Ο Τσιμίνο δε θα ξανάκανε εμπορική επιτυχία – έχει δε να κάνει ταινία από το 1996. Φέτος, στο Φεστιβάλ Βενετίας προβλήθηκε, για πρώτη φορά από το 1980, η ολοκληρωμένη εκδοχή του φιλμ. Το χειροκρότημα μετά την προβολή πιστοποιεί και τη φήμη που κουβαλά η καταραμένη αυτή ταινία, στη πλάτη της οποίας συντελέστηκαν εγκλήματα, αλλά και μεγάλες αδικίες.

Και, στ’ αλήθεια, ποιος ξέρει που θα βρισκόταν το mainstream σινεμά σήμερα, αν το κοινό είχε ανταποκριθεί.


(Οι επόμενες σκηνοθετικές δουλειές του Μάικλ Τσιμίνο συμπεριλαμβάνουν τη «Χρονιά του Δράκου» με τον Μίκι Ρουρκ, ένα καλογυρισμένο αστυνομικό θρίλερ παραγωγής 1985 σε σενάριο Όλιβερ Στόουν που κέρδισε τους κριτικούς, αλλά όχι το αμερικάνικο κοινό (στην Ευρώπη πάντως το λάτρεψαν), τον «Σικελό», μια ταινία για τη δράση του αντάρτη Σαλβατόρε Τζουλιάνο με τον Κριστόφ Λαμπέρ (το 1987 αυτό), και τις «Ώρες αγωνίας» του 1990, ρημέικ ενός θρίλερ του 1955 με τον Μικι Ρουρκ και τον Άντονι Χόπκινς – ταινία που ελάχιστοι είδαν). 

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες