Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

Γράμμα στους φίλους μου.


Έχω καιρό να γράψω, το ξέρω. Κάτι οι μαζεμένες δουλειές, κάτι τα ταξιδάκια, κάτι οι στεναχώριες του να ζεις σε μια χώρα που έχει πλέον ξεφλουδιστεί πλήρως για να αποκαλύψει τη σκατίλα που ανέκαθεν υπήρχε στο κέντρο της ύπαρξης της, ε, δε θελει κανείς και πολύ για να παραιτηθεί. Όχι ηχηρά, όχι δραματικά, αλλά δίχως να το καταλάβει καν ο ίδιος.

Σας γράφω από την Αγγλία και ο ίδιος μόλις πριν λίγες μέρες συνειδητοποίησα πως αυτό είναι που έχει κάνει τη συγγραφή τόσο δύσκολη τον τελευταίο καιρό. Όλα δείχνουν να με βαραίνουν, εκτός της μικρής βεβαίως, αλλά κάθε μορφή "ευθύνης" δείχνει μάταιη και χωρίς αντίκρυσμα.

Όλα αλλάζουν μόλις βρεθείς σε ένα περιβάλλον στοιχειώδους σεβασμού, νομιμότητας, αποδοχής. Στο φαστουντάδικο στη γωνία, μια αφίσσα διαφημίζει ένα θεατρικό του Τέρενς Μακ Νάλι, ναι, αυτού του Corpus Christi. Ο κόσμος - κόσμος απλός, καθημερινός - διαβάζει, σημειώνει, αδιαφορεί, χλαπακιάζει. Διαβάζω για τους ναζιστικούς χαιρετισμούς αρχηγού νομίμου κόμματος στην Κρατική Ελληνική τηλεόραση. Οι φίλοι μου εδώ, ξένοι και έλληνες, με ρωτούν "τι συμβαίνει στη χώρα;" και σε κάποιους ξεφεύγουν ματιές χρωματισμένες με λίγο οίκτο. Τους κατανοώ, έτσι κοιτούσα κι εγω πριν κάτι χρόνια, συναδέλφους μου από χώρες που στα μάτια μου φάνταζαν τριτοκοσμικές. Κούνια που με κούναγε.

Είδα το "Seven Psychopaths" του Martin MacDonough, του τυπά που είχε σκίζει με την "Αποστολή στη Μπριζ". Μοναδικός συνδιασμός Φελινικού προβληματισμού αλα Οκτώμιση, Ταραντινικού κυνικού χιούμορ και προχωρημένης σινελατρείας που κάνει στάσεις ακόμα και στον Βιμ Βέντερς. Επιτέλους κάποιος δίνει έναν μεγάλο, ζουμερό ρόλο στον Christopher Walken - added bonus για την εμφάνιση του Tom Waits, σκίζουν και οι Colin Farell, Woody Harelson και Sam Rockwell. Βγαίνω από την αίθουσα ενθουσιασμένος. Επίσης βλέπω επιτέλους live τον Johnny Hallyday στο Royal Albert Hall - αλλά γι αυτό, αξίζει ένα ξεχωριστό κείμενο.

Σύντομα αφήνω το Λονδίνο και ετοιμάζομαι για την επιστροφή στη χώρα. Κάθε φορά, όλο και πιο δύσκολο αυτό το τελευταίο.


Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012

Η κόρη (2012) ( * * )


«Στου καλότυχου την πόρτα, θηλυκό γεννιέται πρώτα» λέει μια παροιμία. Σε καμιά περίπτωση δε θα με χαρακτήριζα καλότυχο, αλλά δε σας κρύβω πως χάρηκα πολύ όταν έμαθα πως περιμέναμε κορίτσι. Ακούστηκε κάπως αυτό; Τι να σας πω, σκέφτεσαι λίγο την αγριάδα των αγοριών, το άτσαλο τους τρέξιμο, θυμάσαι λίγο και την άχαρη θολούρα της εφηβείας σου και βάζεις δίπλα απ’ όλα αυτά την τρυφερότητα ενός κοριτσιού, που μέσα απ’ αυτήν όλα αλλάζουν. Θα μου πεις και με το αγόρι δεν αλλάζουν; Προφανώς. Εγώ όμως ήθελα κορίτσι. Πιθανότατα και να ήθελα να αγαπηθώ. Λένε πως τα κοριτσάκια αγαπούν πολύ τους μπαμπάδες τους.

Έλα όμως που αυτό δε σημαίνει πως οι μπαμπάδες έχουν το αλάθητο: μπορεί το αγόρι με το κορίτσι να διαφέρουν, το παιδί όμως είναι παιδί. Και έχει ανάγκη πολύ συγκεκριμένα πράγματα, από την προσφορά ή τη στέρηση των οποίων, αργά ή γρήγορα θα κριθείς. Και η ευθύνη της κοινωνίας; Τεράστια. Οι ανισότητες που την διέπουν ανετότατα σε «πετάνε» στη λάθος μεριά, την μεριά εκείνη από την οποία δύσκολα ξεφεύγεις. Και εκεί, ναι, γίνονται λάθη. Υπάρχει όμως πάντα ένα όριο. Γράφω αυτό το κείμενο και φέρνω στο νου μου το φινάλε του Κλέφτη Ποδηλάτων. Μέσα στην δραματική απελπισία αυτής της κατάστασης, σε διαλύει να ξέρεις πως οι δυο αυτοί άνθρωποι, αυτός ο πατέρας και αυτό το παιδί, είναι ανίκητοι – και η αγάπη τους αυτή είναι η μόνη ελπίδα που έχουμε.

Η Μυρτώ, η 14χρονη ηρωίδα της ταινίας αναζητά έναν απόντα πατέρα, που δείχνει να αντιμετωπίζει κάθε σοβαρό πρόβλημα με τη μέθοδο της φυγής. Η ίδια, που τόσο τον αγαπά, αποδίδει στον εαυτό της ένα πολύ μεγαλύτερο κομμάτι ευθύνης απ’ αυτό που της αντιστοιχεί, αλλά δεν το ομολογεί ποτέ. Ζόρικο φορτίο η απόρριψη του πατέρα. Αφήνει άσχημα κουσούρια. Και Η Κόρη του Θάνου Αναστόπουλου βασανίζεται από την άρνηση μιας σκληρής αλήθειας, την αποδοχή της οποίας αναβάλει μέχρι την τελευταία σεκάνς. Μια σειρά γεγονότων, αναλαμβάνει να την οδηγήσει εκεί, στο κλείσιμο αυτού του κύκλου ο οποίος ξεκινάει με την απαγωγή ενός μικρότερου αγοριού από τη Μυρτώ. Βλέπεις την ταινία και παγώνεις: σε ποιο από τα δυο παιδία να δώσεις άδικο;

Δυστυχώς, άλλο πράγμα ο στοχασμός πάνω στη δράση, και άλλο η δράση η ίδια. Κι ενώ, σκηνοθετικά, ο Θάνος Αναστόπουλος δείχνει να φιλμογραφεί την δεύτερη με έμπνευση και νεύρο – ο ρυθμός του παραπέμπει σ’ αυτό τον αδελφών Νταρντέν – το σενάριο του σκοντάφτει σε μια σχηματικότητα που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον, στυλιζαρισμένο αλλά απολύτως πειστικό ρεαλισμό της εικόνας. Γιατί η Μυρτώ δε χρειάζεται να διαβάζει λήμματα λεξικών (για τις λέξεις – κλειδιά «χρέος» και «ευθύνη»): Τα νοήματα αλλά και τα ερωτήματα που προκύπτουν απ’ αυτές οφείλουν να αναδύονται από το δράμα. Το δράμα όμως μοιάζει δευτερευούσης σημασίας σε επίπεδο σύλληψης, και εκεί βραχυκυκλώνεις. Όταν πλέον φτάνεις στη προτελευταία σκηνή, η δράση φαντάζει εντελώς παράλογη, στημένη για να εξυπηρετήσει τα θέματα που ναι μεν θέλει να θίξει Η Κόρη, εις βάρος όμως της ίδιας της ταινίας καθώς αυτό που προκύπτει φοβάμαι πως φλερτάρει πολύ με τον διδακτισμό. Ακόμη χειρότερα, έναν διδακτισμό που έχω την αίσθηση πως δεν ήταν καθόλου μέσα στις προθέσεις των δημιουργών της.

Απομένουν κάποιες ειλικρινείς στιγμές ανάμεσα στα δυο παιδιά πρωταγωνιστές, οι Γιώργος Συμεωνίδης και Ιερώνυμος Καλετσάνος που δίνουν ερμηνείες στιβαρές και απολύτως ισορροπημένες μέσα στο φιλμικό σύμπαν που τις εμπεριέχει (κάτι που δυστυχώς δεν συμβαίνει με την πλειονότητα του καστ) και μια τελική σεκάνς που, παρά τον προφανή της συμβολισμό, αποτυπώνει μια εικόνα τόσο δυνατή, που από τη δύναμη της και μόνο απελευθερώνεται από τον βραχνά του κλισέ.

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Vincere (2009) ( * * * * )


Στην Ιταλία γεννήθηκε η Όπερα - κάπου στο τέλος του 16ου αιώνα. Θα έπρεπε να εφευρεθεί το σινεμά για να δούμε μια πιο σύνθετη τέχνη απ’ αυτήν: λόγος, υποκριτική, τραγούδι, μουσική, σκηνικά, κοστούμια, χορός – για εκατοντάδες χρόνια αυτός έδειχνε να είναι ο απόλυτος συγκερασμός όλων των τεχνών. Στη συνέχεια, βέβαια, η Όπερα, ως τέχνη, έδειξε να «μεταφέρεται» στη Γερμανία. Και εκεί έπεσε και στα χέρια του πρώτου μεγάλου αναθεωρητή της, του Βάγκνερ. Που «πείραξε» τις δομές, τις μελωδίες και τις τονικότητες της, δημιουργώντας κάτι ολότελα ξεχωριστό. 

Στην Ιταλία γεννήθηκε ο άθεος και αριστερός Μπενίτο Μουσολίνι. Ορθώς διαβάσατε: ο μετέπειτα συνεργάτης του Χίτλερ, υπήρξε μέλος του σοσιαλιστικού κόμματος όταν αυτό βρισκόταν στα σπάργανα (μιλάμε για τις αρχές του 20ου αιώνα) για να εκδιωχθεί απ’ αυτό μόλις το 1914. Πληγωμένος, αλλά και πεπεισμένος για το δίκιο του, θα επιστρέψει από τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο, και θα ιδρύσει το «Fasci Italiani di Combattimento», το φασιστικό κόμμα που μέσα σε λίγα χρόνια θα πάρει την εξουσία. Η Ίντα Ντέσλερ, - ιταλίδα και αυτή, παρά το όχι και τόσο λατινικό της όνομα - γνώρισε, και αγάπησε τον Μουσολίνι. Έκανε μαζί του και ένα παιδί. Και, στη συνέχεια, φυλακίστηκε για δέκα χρόνια, και αυτή, και το παιδί της. Η αγάπη της, ντρόπιαζε τον δικτάτορα. Του οποίου οπαδός θα σπεύσει να δηλώσει ο Αδόλφος Χίτλερ. Που θα «πειράξει» τις δομές και τις τονικότητες του φασισμού, δημιουργώντας και αυτός, ένα κίνημα με ταυτότητα ξεχωριστή. 

Στην Ιταλία γεννήθηκε και ο Μάρκο Μπελόκιο που επιχειρεί να μιλήσει για αυτό το «θολό» ιστορικό κεφάλαιο, πατώντας στην Οπερατική δομή την οποία όμως και ανατρέπει, παραβιάζοντας τον κανόνα της γραμμικής αφήγησης. Γιατί συνδέει, με μια εντυπωσιακή σκηνοθετική σιγουριά, την αισθητική μετάλλαξη με την πολιτιστική, για να οδηγηθούμε από την πολιτιστική στην κοινωνική καί από την κοινωνική στην ατομική. Ως μεγάλος τραγωδός, τοποθετεί στο επίκεντρο την Ίντα Ντέσλερ που ενσαρκώνει σπαρακτικά η Τζιοβάνα Μετσοτζιόρνιο. Και η ερμηνεία της, καρδιά αυτού του υπέροχου φιλμ, που μονάχα στην Ιταλία θα μπορούσε να είχε συλληφθεί και ολοκληρωθεί. Μόνο στην Ιταλία το λαϊκό σινεμά μπορεί ταυτόχρονα να σου προσφέρει μια τέτοια αισθητική απόλαυση.

Αυτά, λέει, σας άρεσαν:

Ετικέτες